Κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση για τις φωτιές στην Αττική
newsblog | Σάββατο 22 Αυγούστου 2009
| 22:11
Κατεπείγουσα προκαταρκτική εξέταση διέταξε ο Προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών προκειμένου να διερευνηθούν τα αίτια για τις μεγάλες σημερινές πυρκαγιές στην Αττική.
Ένα από τα πιο κλασσικά αστεία στις κωμωδίες, έχει να κάνει με κάποιον που προσπαθεί να πει συγγνώμη, αλλά επειδή ζορίζεται, ψελλίζει τελικά κάτι μέσα από τα δόντια του ή την κάνει τόσο σύνθετη που τελικά καταλήγει να είναι πιο προσβλητική γι’ αυτόν που την δέχεται και να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Μόνο που οι χαρακτήρες στις κωμωδίες είναι συμπαθείς. Ενώ ο Γιώργος Βουλγαράκης πάλι, όχι. Δηλαδή όταν ζητάει συγγνώμη «επειδή δεν πρόσεξε και μας έκανε να τον παρεξηγήσουμε», δεν σημαίνει «συγγνώμη για τη μαλακία που έκανα». Σημαίνει «συγγνώμη που δεν σκέφτηκα πόσο μαλάκες και κακόπιστοι είστε εσείς και παρεξηγείτε με το παραμικρό τους αθώους». Στην πραγματικότητα δηλαδή, η περίφημη «συγγνώμη» του Γιώργου Βουλγαράκη, δεν ειπώθηκε επειδή ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να εξιλεωθεί επειδή μετάνιωσε. Ειπώθηκε για να την «καταναλώσει» το κοινό του που διψάει για αίμα. Οπότε εκείνος τους προσφέρει βυσσινάδα, ελπίζοντας ότι δεν θα προσέξουν τη διαφορά, θα συμβιβαστούν λόγω κόκκινου χρώματος και συνεπώς, εκείνος θα τη σκαπουλάρει αρτιμελής. Μόνο που όταν προσπαθείς να υποδυθείς τον Πασχάλη της πολιτικής, πρέπει να ξέρεις ότι το κοινό είναι σαν απατημένη γκόμενα. Θα σε δεχτεί πίσω στο σπίτι και θα πείσει τον εαυτό του ότι το λάθος είναι «στιγμιαίο», μόνο αν το παραδεχθείς χωρίς περιστροφές. Και φυσικά όταν σε δεχθεί πίσω και σε συγχωρέσει, σου επιφυλάσσει συμπεριφορά Αλίκης Αρβανιτίδη. Δηλαδή σε κάνει να πληρώσεις για το λάθος σου με το χειρότερο όπλο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα: Τα περιφρονητικά μούτρα. Μόνο όταν είσαι έτοιμος να τα αντιμετωπίσεις και να ζήσεις με αυτά, έχει νόημα να ζητάς συγγνώμη. Αλλιώς, με τα «με παρεξηγήσατε» και με τα «δεν φαντάστηκα ότι το κοινό είναι έτοιμο», το μόνο που καταφέρνεις είναι να παράγεις κωμωδία. Εκτός αν πιστεύεις ότι κάποιοι, όχι μόνο δεν θα γελάσουν με εσένα αλλά θα σε συγχωρήσουν, επειδή τους αποκαλείς ανώριμους και ηλίθιους. Για τους υπόλοιπους όμως, το θέμα είναι μια πράξη ακόμα στην φαρσοκωμωδία με τίτλο «Το έκανα για την ευλογία της Παναγίας».
Το να μελετάς και να αναλύεις μια προκήρυξη «τρομοκρατικής οργάνωσης», είναι το πιο βαρετό πράγμα. Γιατί όχι μόνο δεν λένε κάτι καινούριο, δηλαδή κάτι που να μην έχει ήδη γραφτεί στον τύπο και στα blogs, αλλά επιπλέον το λένε με τον πιο δυσκοίλιο τρόπο. Σα να πρόκειται για μια extra bonus κίνηση εχθρότητας, πέρα από την ίδια την επίθεση. Σα να σου λένε, «εντάξει, εκδικηθήκαμε την αστυνομία, τώρα πάρτε κι εσείς μια μικρή τιμωρία για να μάθετε την επόμενη φορά να μη μας λέτε τρομοκράτες αλλά «μαχητές πόλης με άποψη». Αφού η λέξη κλειδί, που διαχωρίζει την απλή ζοχάδα από την επανάσταση είναι η «άποψη», πρέπει με τον στανιό να πούν κάτι που να θυμίζει άποψη, έστω κι αν είναι προφανές ότι τους βγαίνει δύσκολα. Γι’ αυτό άλλωστε, κλωσσούσαν την περίφημη προκήρυξή τους τόσες μέρες. Και εδώ που τα λέμε, πως να μην τους βγαίνει δύσκολα, όταν αυτά που πραγματικά θέλουν να πουν («τσατιστίκαμε με την δολοφονία του Αλέξανδρου και αρχίσαμε να βαράμε»), το λέει οποιοσδήποτε δολοφόνος του κοινού ποινικού δικαίου όταν τσατίζεται και σκοτώνει τον γείτονά του, την γκόμενά του ή τον κυνηγό που μπήκε στο βοσκοτόπι του. Όταν δηλαδή μια τέτοια πράξη προσπαθείς να την «ντύσεις» με ιδεολογία, αναπόφευκτα καταλήγεις να αναμασάς πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί και διαβαστεί, εκατοντάδες φορές, από ανθρώπους που για να τα πουν δεν χρειάστηκε να πάρουν Καλάσνικοφ και να πυροβολούν. Οπότε όταν εσύ για να πεις τα ίδια κάνεις πρώτα μια τρομοκρατική ενέργεια, σημαίνει ότι πας να τους μετατρέψεις εν αγνοία τους σε ιδεολογικούς σου συνεργάτες και άλλοθι. Και επιπλέον δείχνεις ότι στην πραγματικότητα σκοπός σου δεν είναι η κοινοποίηση των απόψεών σου που θέλεις πάσει θυσία να ακουστούν (αφού αυτές ήδη έχουν ακουστεί από άλλους) αλλά η ανάγκη να κάνεις τον «αντάρτη πόλεων» επειδή απλώς αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι κι εσύ ένα ρόλο, γιατί δεν αντέχεις άλλο να μην δίνουν σημασία στις κοινοτοπίες που λες.
Παλιά, τα πράγματα ήταν απλά: Δεξιός, ήταν κάποιος που πίστευε ότι το κράτος πρέπει να επεμβαίνει όσο γίνεται λιγότερο στη λειτουργία της οικονομίας, αφήνοντάς την να αυτορυθμιστεί. Ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να παράγει πλούτο εκμεταλλευόμενη καλύτερα την αγορά και ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι εκείνος που θα ρυθμίσει τις τιμές και θα δημιουργήσει καλύτερα προϊόντα και υπηρεσίες. Και μετά ήρθε ο ανθρώπινος παράγοντας. Και όπως πάντα έκανε τις θεωρίες μπουρδέλο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, έφερε μαζί του καρτέλ, τοξικά προϊόντα επενδύσεων και δεξιούς που παρακαλάνε να προσληφθούν στο δημόσιο και να τους επιδοτήσει το κράτος (όπως και όλοι οι άλλοι άλλωστε). Οι δεξιοί συνδικαλιστές υπερασπίζονται τα εργασιακά τους κεκτημένα όπως και οι σοσιαλιστές. Λένε με τον ίδιο γελοίο τρόπο ότι «μπήκαν στην πολιτική για να προσφέρουν» όταν βρίσκονται μέσα στον κύκλο της διαφθοράς και την καταγγέλουν όταν βρίσκονται απέξω όπως όλοι. Διορίζουν και ρουσφετίζουν και αυτοί για να καταφέρουν να διατηρήσουν την εκλογική τους πελατεία, όπως και οι άλλοι. Και απολαμβάνουν τα βλέμματα φθόνου των γύρω, όταν βρίσκονται μέσα στο Cayenne τους, επίσης όπως όλοι. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια δεξιά κυβέρνηση και σε μια τρόπος του λέγειν «σοσιαλιστική». Πάλι στον ανθρώπινο παράγοντα. Σε καθαρά ψυχολογικό επίπεδο, ένας δεξιός διακατέχεται από πολύ μεγαλύτερη εσωστρέφεια – το λες και κοινωνικό φόβο. Με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται πολύ πο εχθρικά. Και αυτό φέρνει μαζί του μια αγέλαστη κακία, που μας διαποτίζει όλους. Ναι, και επι ΠΑΣΟΚ καταληστεύοταν ταμεία και μετατρέποταν το δημόσιο χρήμα σε μεζονέτες. Η διαφορά είναι ότι εκείνοι ένοιωθαν την ανάγκη να κάνουν στη μεζονέτα ένα μεγάλο πάρτυ. Ενώ ένας δεξιός την θέλει σκοτεινή και κλειδωμένη. Οι μεν ήθελαν να περάσουν καλά βλέποντας και τους γύρω τους καλά, ανάμεσα σε γκόμενες με μίνι που χορεύουν ενώ οι δεξιοί, θέλουν να βλέπουν τους υπόλοιπους «στεγνωμένους» και θλιμμένους, ανάμεσα σε ηλικιωμένες κυρίες που φοράνε ακριβές τουαλέτες. Οι μεν απολαμβάνουν, οι δεν ηθικολογούν. Αρκεί να δει κανείς πόσο διαφορετικά είναι τα σκάνδαλά τους. Πόσο πιο υπόγεια και με πόσο μεγαλύτερη πλεονεξία τα κάνουν. Λες και η ζωή, είναι ένα «ματς θανάτου» στο οποίο για να περάσεις εσύ καλά, πρέπει να περνάνε άσχημα όλοι οι άλλοι. Με άλλα λόγια: Και ένας σοσιαλιστής και ένας δεξιός, μπορεί να διαθέτουν το ίδιο Cayenne στο γκαράζ τους. Μόνο που ο πρώτος θα το χρησιμοποιήσει για να πάει μια βόλτα με τη μουσική τσίτα, ενώ ο άλλος θα το ευχαριστηθεί βάζοντας τον ανασφάλιστο φιλιππινέζο να του το πλένει εξονυχιστικά κάθε πρωί.
Η «δικτατορία» των καλών παιδιών, έχει εξαπλωθεί παντού. Με την αυξημένη ανοχή του μοντέρνου ηλίθιου κόσμου, που τρομοκρατείται από την διαφορά και έχει αναδείξει την έλλειψη γεύσης και «επικίνδυνων μπαχαρικών» σε υπέρτατη αρετή, το ύπουλο επιχείρημα «μπορεί να είμαι άχρηστος αλλά είμαι καλό παιδί και αυτό μετράει», έχει βρει πρόσφορο έδαφος για να ανθίσει. Δηλαδή, το τέρας της μέσης κοινής γνώμης, είναι έτοιμο να ανεχθεί και να επιβραβεύσει την μετριότητα, γιατί δεν νιώθει να απειλείται από αυτήν. Με αποτέλεσμα να καταλήξουμε στο εξής τερατώδες: Ενας άχρηστος που δεν ενοχλεί, να είναι προτιμότερος από κάποιον ικανό αλλά με αιχμές και άποψη. Γι’ αυτό και οι ατάλαντοι κάθε είδους, σαν αυτή την κυβέρνηση, προτιμούν να παρασύρουν τους πάντες σε αυτή την παχυλή και νωχελική σήψη της απραξίας, με μόνο αντάλλαγμα ότι «θα είμαστε καλοί και δεν θα σας εκνευρίζουμε». Ειδικά σε μια χώρα που ανέδειξε τον φτωχό, άχρηστο αλλά φιλότιμο Ξανθόπουλο σε εθνικό ήρωα. Δίνοντας έτσι στον εαυτό της το άλλοθι που χρειάζοταν. Ότι για την μιζέρια της δεν φταίει η ανικανότητά της αλλά η κακία και η μοχθηρία των άλλων, που από υστεροβουλία, τόλμησαν να ξεφύγουν από τον μέσο όρο και απαρνήθηκαν την ταπεινότητα που εκ προοιμίου πρέπει να αποτελεί την φυσική τους κατάσταση.
Οι δηλώσεις των απογοητευμένων υπουργοποιήσιμων, που τεικά παρέμειναν εκτός κυβέρνησης ότι «θα παραμένουν στρατιώτες της παράταξης», θυμίζουν την ατάκα που λένε συνήθως οι παρατημένοι γκόμενοι: Μπορεί να μην είμαστε μαζί, αλλά δεν πειράζει… Εγώ θέλω μόνο να είσαι καλα». Πρόκειται δηλαδή για μια πόζα που υποδύεται κάποιος όταν θέλει να ουρλιάξει την απογοήτευσή του. Πίσω της κρύβει την βεβιασμένη αξιοπρέπεια του προδομένου («μπορεί να μου φέρθηκαν πούστικα αλλά εγώ θα παραμείνω gentleman»), την βαθιά περιφρόνηση για τους πραγματικούς στρατιώτες της παράταξης («ας παίξω και αυτόν το ρόλο του ασήμαντου αν και όλοι ξέρουμε ότι είμαι στην πραγματικότητα μεγαλοστέλεχος») και κυρίως φόβο για την επικείμενη οργή των πελατών-ψηφοφόρων, αν ο απογοητευμένος αφήσει έστω και έναν υπαινιγμό απογοήτευσης («να κοιτάξτε, είμαι καλό παιδί! Δεν με ενδιαφέρει να γίνω υπουργός, με ενδιαφέρει να είμαστε στην εξουσία»). Κυρίως όμως, κρύβει βαθιά υποκρισία. Διότι όπως ο σκοπός του «παγκίτη» είναι να μπει στο γήπεδο, έτσι και το ανώτερο επίτευγμα ενός πολιτευτή της ηθικής κατηγορίας «φτερού», όπως τα μεγαλοστελέχη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, είναι να φτάσουν κάποια στιγμή στην κορυφή της καριέρας τους, με το να τους αποκαλούν επιτέλους κ Υπουργέ. Δηλαδή να δικαιωθούν για όλες αυτές τις ώρες που έχασαν πηγαίνοντας σε βαρετές επαρχιακές χοροεσπερίδες και για όλο αυτό το γλύψιμο που έχουν αναγκαστεί να κάνουν στις κατώτερες μορφές ζωής που αποκαλούνται επισήμως «εκλογική πελατεία». Πράγμα που σημαίνει ότι έτσι κι αλλιώς, οι τύποι του «στρατιώτη της παράταξης» είναι χαμένη υπόθεση. Γιατί τι προσδοκίες μπορείς να έχεις από κάποιον που υποδύεται εκούσια τον γλύφτη και τον «απουσιολόγο», ελπίζοντας να το εκτιμήσει το αφεντικό;
Μέσα σε δύο μόλις μέρες από την επίθεση με το Καλάσνικωφ στους αστυνομικούς, το πρόβλημα ήδη μετατέθηκε από την ουσία του στην προσφιλή αεριτζήδικη βάση της πολιτικολογίας: Αντί δηλαδή να φρικάρουμε που μετά από πέντε χρόνια ξαναγυρίσαμε στο σημείο να περιμένουμε μια προκήρυξη (που κανείς δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει), άρχισαν να μαλιοτραβιούνται για το πόσο «α-προ-κά-λυ-πτα» ή μη καταδικάζουν τα κόμματα την τρομοκρατία, γενικά, λες και υπάρχει κάποιο «απροκαλυπτόμετρο» με όριο ασφαλείας. Το κλειδί, βρίσκεται στον τονισμό της λέξης «απροκάλυπτα». Στο πώς προφέρεται. Οι πολιτικές δηλώσεις των Κακλαμανο-καρατζαφεραίων την ημέρα των Φώτων, ήταν υπόδειγμα τέτοιου τονισμού. Θύμιζαν πεθερές που δεν θέλουν να τα βάλουν ευθέως με τη νύφη τους και αρχιζουν την μουρμούρα στο κενό, μήπως και πιάσουμε όλοι οι υπόλοιποι το μήνυμα ότι εννοούν τον Συνασπισμό. Δηλαδή, μας λένε απέξω απέξω, ότι ο Τσίπρας φταίει που δεν έσκισε το πουκάμισό του από αγανάκτηση και δεν φώναξε γονατίζοντας τρείς φορές «καταδικάζω απροκάλυπτα την τρομοκρατία», γιατί αν το είχε κάνει, δεν θα είχε εμφανιστεί ο Επαναστατικός Αγώνας. Σα να ήρθαν από άλλο πλανήτη. Σα να μην αντιλήφθηκαν ότι τον τελευταίο χρόνο, ο εκρηκτικός συνδιασμός θράσους και μειωμένων νοητικών ικανοτήτων εκ μέρους όλων των θεσμών, μας έκανε να νοσταλγούμε τη 17 Νοέμβρη! Μόνο και μόνο για να υποχρεωθούν εξαιτίας του φόβου που θα προκαλούσε η απειλητική παρουσία της, να κρατήσουν τουλάχιστον τα προσχήματα! Σε αυτό το σημείο είχαμε φτάσει. Ας πούμε μια καλή αρχή θα ήταν να μην υποτιμούν τη νοημοσύνη μας. Γιατί μόνο όταν θεωρείς ότι έχεις να κάνεις με ηλίθιους μπορείς να ισχυριστείς ότι η τρομοκρατία αναστήθηκε μόνο και μόνο επειδή κάποια κόμματα την καταδίκασαν μετρίως απροκάλυπτα και οχι έντονα απροκάλυπτα. Ενώ αν την καταδίκαζαν όλοι σαν μανιάτισσες μοιρολογήστρες, τότε ο τύπος με το καλάσνικωφ θα ζητούσε ταπεινά συγγνώμη για το λάθος του και θα το παρέδιδε! Sorry αλλά αυτή η προσβολή στη νοημοσύνη, είναι ικανή να βγάλει τον μικρό τρομοκράτη ακόμα και μέσα από τον πιο φιλήσυχο πολίτη.