Αρχείο

Αυτοπαραμύθιασμα

1313794Η «δικτατορία» των καλών παιδιών, έχει εξαπλωθεί παντού. Με την αυξημένη ανοχή του μοντέρνου ηλίθιου κόσμου, που τρομοκρατείται από την διαφορά και έχει αναδείξει την έλλειψη γεύσης και «επικίνδυνων μπαχαρικών» σε υπέρτατη αρετή, το ύπουλο επιχείρημα «μπορεί να είμαι άχρηστος αλλά είμαι καλό παιδί και αυτό μετράει», έχει βρει πρόσφορο έδαφος για να ανθίσει. Δηλαδή, το τέρας της μέσης κοινής γνώμης, είναι έτοιμο να ανεχθεί και να επιβραβεύσει την μετριότητα, γιατί δεν νιώθει να απειλείται από αυτήν. Με αποτέλεσμα να καταλήξουμε στο εξής τερατώδες: Ενας άχρηστος που δεν ενοχλεί, να είναι προτιμότερος από κάποιον ικανό αλλά με αιχμές και άποψη. Γι’ αυτό και οι ατάλαντοι κάθε είδους, σαν αυτή την κυβέρνηση, προτιμούν να παρασύρουν τους πάντες σε αυτή την παχυλή και νωχελική σήψη της απραξίας, με μόνο αντάλλαγμα ότι «θα είμαστε καλοί και δεν θα σας εκνευρίζουμε». Ειδικά σε μια χώρα που ανέδειξε τον φτωχό, άχρηστο αλλά φιλότιμο Ξανθόπουλο σε εθνικό ήρωα. Δίνοντας έτσι στον εαυτό της το άλλοθι που χρειάζοταν. Ότι για την μιζέρια της δεν φταίει η ανικανότητά της αλλά η κακία και η μοχθηρία των άλλων, που από υστεροβουλία, τόλμησαν να ξεφύγουν από τον μέσο όρο και απαρνήθηκαν την ταπεινότητα που εκ προοιμίου πρέπει να αποτελεί την φυσική τους κατάσταση.

81Οι δηλώσεις των απογοητευμένων υπουργοποιήσιμων, που τεικά παρέμειναν εκτός κυβέρνησης ότι «θα παραμένουν στρατιώτες της παράταξης», θυμίζουν την ατάκα που λένε συνήθως οι παρατημένοι γκόμενοι: Μπορεί να μην είμαστε μαζί, αλλά δεν πειράζει… Εγώ θέλω μόνο να είσαι καλα». Πρόκειται δηλαδή για μια πόζα που υποδύεται κάποιος όταν θέλει να ουρλιάξει την απογοήτευσή του. Πίσω της κρύβει την βεβιασμένη αξιοπρέπεια του προδομένου («μπορεί να μου φέρθηκαν πούστικα αλλά εγώ θα παραμείνω gentleman»), την βαθιά περιφρόνηση για τους πραγματικούς στρατιώτες της παράταξης («ας παίξω και αυτόν το ρόλο του ασήμαντου αν και όλοι ξέρουμε ότι είμαι στην πραγματικότητα μεγαλοστέλεχος») και κυρίως φόβο για την επικείμενη οργή των πελατών-ψηφοφόρων, αν ο απογοητευμένος αφήσει έστω και έναν υπαινιγμό απογοήτευσης («να κοιτάξτε, είμαι καλό παιδί! Δεν με ενδιαφέρει να γίνω υπουργός, με ενδιαφέρει να είμαστε στην εξουσία»). Κυρίως όμως, κρύβει βαθιά υποκρισία. Διότι όπως ο σκοπός του «παγκίτη» είναι να μπει στο γήπεδο, έτσι και το ανώτερο επίτευγμα ενός πολιτευτή της ηθικής κατηγορίας «φτερού», όπως τα μεγαλοστελέχη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, είναι να φτάσουν κάποια στιγμή στην κορυφή της καριέρας τους, με το να τους αποκαλούν επιτέλους κ Υπουργέ. Δηλαδή να δικαιωθούν για όλες αυτές τις ώρες που έχασαν πηγαίνοντας σε βαρετές επαρχιακές χοροεσπερίδες και για όλο αυτό το γλύψιμο που έχουν αναγκαστεί να κάνουν στις κατώτερες μορφές ζωής που αποκαλούνται επισήμως «εκλογική πελατεία». Πράγμα που σημαίνει ότι έτσι κι αλλιώς, οι τύποι του «στρατιώτη της παράταξης» είναι χαμένη υπόθεση. Γιατί τι προσδοκίες μπορείς να έχεις από κάποιον που υποδύεται εκούσια τον γλύφτη και τον «απουσιολόγο», ελπίζοντας να το εκτιμήσει το αφεντικό;

Μας γκάστρωσες με τον ανασχηματισμό!

Μας γκάστρωσες με τον ανασχηματισμό!

Υπάρχει πάντα κάτι βαθιά κωμικό, όταν κάποιος παίρνει το ύφος μιας σημαντικής ανακοίνωσης για να σου πει τελικά κάτι καθημερινό και κοινότοπο. Όταν ένας τερματοφύλακας κάνει μια θεαματική βουτιά με κίνδυνο να τραυματιστεί, για να σώσει μια απελπιστικά έυκολη μπαλιά. Όταν μια ελευθεριάζουσσα γκόμενα (που μιλάει με άνεση και χωρίς να ντρέπεται για το πόσο καλή είναι στο σεξ), συμπεριφέρεται την ώρα της πράξης σαν μεταμφιεσμένη θεούσσα. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, είναι που βγάζει πάντα το αστείο. Και οι ανασχηματισμοί είναι σαν το σεξ: Αν τον ξεχνάς μετά από λίγη ώρα, τότε δεν υπήρχε λόγος να μπεις στον κόπο να τον κάνεις Οπότε και όταν μια μακροχρόνια αναμονή γεμμάτη υποσχέσεις για έναν ανασχηματισμό που θα αλλάξει το πολιτικό σκηνικό, καταλήγει τελικά κάτι τόσο μικρό και ασήμαντο, δεν μπορεί παρά να προκαλεί γέλιο. Και όταν αυτός ο ανασχηματισμός θεωρείται επιπλέον και «το τελευταίο χαρτί» ενός ανθρώπου που προσπαθεί να σωθεί από την πλήρη γελοιοποίηση τότε μαζί με το γέλιο, έρχεται και η απορία: Αυτό είναι το καλύτερο που μπόρεσες να κάνεις; Και η απάντηση είναι προφανώς «ναι». Διότι αν μπορούσε να κάνει κάτι καλύτερο και δεν το έκανε τώρα, προφανώς δεν θα το κάνει ποτέ διότι δεν το έχει. Προφανώς λοιπόν ο χαρακτήρας του πρωθυπουργού, είναι αυτός του φοβισμένου λογιστάκου που διευθετεί εκκρεμότητες. Που ενώ βλέπει ότι η «εταιρία» του παραπαίει, εκείνος αλλάζει αρμοδιότητες στους managers, αντί να αλλάξει πορεία στην εταιρία ή να την στρέψει σε κάποια καινούρια αγορά. Τα corporate νεκροταφεία είναι γεμμάτα από ιστορίες τέτοιων CEO, που έπεσαν θύματα της αδυναμίας τους και της έλλειψης οράματος. Δεν φταίνε αυτοί, όπως δεν φταίει και ο Κώστας Καραμανλής, επειδή έχει τον χαρακτήρα ενός διαχειριστή-εξισοροπιστή και όχι τον χαρακτήρα ενός ηγέτη. Το μόνο που μένει, είναι κάποια στιγμή να το καταλάβει και ο ίδιος, ώστε να σταματήσει να έχει αυτό το βαθιά δυστυχισμένο ύφος, ενός ανθρώπου που προσπαθεί να δει στον καθρέφτη του μια τίγρη και το μόνο που βλέπει είναι ένα μικρό άκακο γατάκι με ρίγες.

ΥΓ.: Το κείμενο αυτό, κανονικά προορίζοταν για το blog του υπογράφοντος με τίτλο politico, όπου η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα αντιμετωπίζεται με όρους κοινής λογικής. Επίσης μια νέα απόπειρα γρήγορης αντανακλαστικής σχολιογραφίας δοκιμάζω στο φρέσκο blog με την ονομασία Ooops! Τέλος μια προσέγγιση της επικαιρότητας, αποκλειστικά φωτογραφική, υπάρχει στο «Εικονοκλάστης».

quicktime-playerscreensnapz001Μέσα σε δύο μόλις μέρες από την επίθεση με το Καλάσνικωφ στους αστυνομικούς, το πρόβλημα ήδη μετατέθηκε από την ουσία του στην προσφιλή αεριτζήδικη βάση της πολιτικολογίας: Αντί δηλαδή να φρικάρουμε που μετά από πέντε χρόνια ξαναγυρίσαμε στο σημείο να περιμένουμε μια προκήρυξη (που κανείς δεν ενδιαφέρεται να διαβάσει), άρχισαν να μαλιοτραβιούνται για το πόσο «α-προ-κά-λυ-πτα» ή μη καταδικάζουν τα κόμματα την τρομοκρατία, γενικά, λες και υπάρχει κάποιο «απροκαλυπτόμετρο» με όριο ασφαλείας. Το κλειδί, βρίσκεται στον τονισμό της λέξης «απροκάλυπτα». Στο πώς προφέρεται. Οι πολιτικές δηλώσεις των Κακλαμανο-καρατζαφεραίων την ημέρα των Φώτων, ήταν υπόδειγμα τέτοιου τονισμού. Θύμιζαν πεθερές που δεν θέλουν να τα βάλουν ευθέως με τη νύφη τους και αρχιζουν την μουρμούρα στο κενό, μήπως και πιάσουμε όλοι οι υπόλοιποι το μήνυμα ότι εννοούν τον Συνασπισμό. Δηλαδή, μας λένε απέξω απέξω, ότι ο Τσίπρας φταίει που δεν έσκισε το πουκάμισό του από αγανάκτηση και δεν φώναξε γονατίζοντας τρείς φορές «καταδικάζω απροκάλυπτα την τρομοκρατία», γιατί αν το είχε κάνει, δεν θα είχε εμφανιστεί ο Επαναστατικός Αγώνας. Σα να ήρθαν από άλλο πλανήτη. Σα να μην αντιλήφθηκαν ότι τον τελευταίο χρόνο, ο εκρηκτικός συνδιασμός θράσους και μειωμένων νοητικών ικανοτήτων εκ μέρους όλων των θεσμών, μας έκανε να νοσταλγούμε τη 17 Νοέμβρη! Μόνο και μόνο για να υποχρεωθούν εξαιτίας του φόβου που θα προκαλούσε η απειλητική παρουσία της, να κρατήσουν τουλάχιστον τα προσχήματα! Σε αυτό το σημείο είχαμε φτάσει. Ας πούμε μια καλή αρχή θα ήταν να μην υποτιμούν τη νοημοσύνη μας. Γιατί μόνο όταν θεωρείς ότι έχεις να κάνεις με ηλίθιους μπορείς να ισχυριστείς ότι η τρομοκρατία αναστήθηκε μόνο και μόνο επειδή κάποια κόμματα την καταδίκασαν μετρίως απροκάλυπτα και οχι έντονα απροκάλυπτα. Ενώ αν την καταδίκαζαν όλοι σαν μανιάτισσες μοιρολογήστρες, τότε ο τύπος με το καλάσνικωφ θα ζητούσε ταπεινά συγγνώμη για το λάθος του και θα το παρέδιδε! Sorry αλλά αυτή η προσβολή στη νοημοσύνη, είναι ικανή να βγάλει τον μικρό τρομοκράτη ακόμα και μέσα από τον πιο φιλήσυχο πολίτη.

getimageΕίναι πολύ βολικό να φορτώνεις όλη σου την κακοδαιμονία, σε κάποιον άλλον. Όταν μάλιστα αυτός ο άλλος ανήκει στους ισχυρούς, τότε μπορείς να φτάσεις ακόμα πιο μακριά: Να βλέπεις τον εαυτό σου, κάθε φορά που εναντιώνεται στους Αμερικάνους, σαν μια διασταύρωση του Γιάννη Αγιάννη και του Ρομπέν των Δασών, χωρίς μάλιστα να χρειαστεί να σηκωθείς καν από τον καναπέ σου! Αρκεί να αποκηρύσσεις συλλήβδην, τα προϊόντα του αμερικάνικου πολιτισμού ως «αμερικανιές», να εγκαλείς τους πολιτικούς σου επειδή αντί να δέρνουν τους αξιωματούχους των ΗΠΑ που συναντούνται μαζί τους κάθονται και τους μιλάνε (αυτό λέγεται ενδοτικότητα) και τέλος, να διαμαρτύρεσαι επειδή οι αμερικάνοι προασπίζουν τα δικά τους συμφέροντα και όχι τα δικά σου ή αυτών που συμπαθείς (και τα οποία έχεις σπεύσει να τα ονομάσεις «δίκαιο»). Μάλιστα από τότε που κυκλοφόρησε ευρέως ο αστικός μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Χένρυ Κίσσινγκερ είχε πει ότι «για να καμφθούν οι έλληνες πρέπει να ξεριζώσουμε τη θρησκεία τους και χτυπήσουμε τη γλώσσα τους», αισθανόμαστε ότι έχουμε ψηλώσει τουλάχιστον είκοσι πόντους – γιατί έχουμε και μια χειροπιαστή απόδειξη ότι πράγματι ασχολούνται μαζί μας. Θεωρούμε μάλιστα τον αντιαμερικανισμό κάτι σαν εθνικό καθήκον, ενώ όποιος εκφράζει τον παραμικρό σκεπτικισμό σε αυτό το λαϊκό ποτάμι της υστερίας, ισοδυναμεί με εθνικό προδότη. Γι’ αυτό παραμένει ακόμα ανεξήγητο πώς ακόμα και αυτοί που υποστήριζαν την χούντα (γνωστή και ως «αμερικανόφερτη»), είναι επίσης κατά των αμερικάνων (που την έφεραν). Από την άλλη βέβαια, ενώ όλοι πλειοδοτούν σε λεκτικές επιθέσεις ενατίον των «φονιάδων των λαών» και σχεδόν δεν κρύβουμε τη χαρά μας κάθε φορά που η Αλ Κάιντα πετυχαίνει ένα τρομοκρατικό χτύπημα στην «καρδιά του αμερικάνικου κτήνους», κανείς δεν είναι διατεθειμένος να θυσιάσει κάτι από τον καθαρά αμερικάνικο τρόπο ζωής του. Στην πραγματικότητα λοιπόν, ο εθνικός μας αντιαμερικανισμός, δεν είναι τίποτα παραπάνω από λεονταρισμός που μένει στα λόγια. Και περιορίζεται στο να θαυμάζουμε τον Τσάβες, τον Τσόμσκι. Και ξεχνάμε ότι τουλάχιστον οι αμερικάνοι υποψήφιοι δεν έχουν π.χ. καμμία Siemens να τους χρηματοδοτεί κρυφά, ότι οι αμερικάνικες εταιρίες θα ψάξουν σε όλο τον κόσμο να βρουν ταλέντα και να τα εντάξουν στο δυναμικό τους (αντί να προσλαμβάνουν με ρουσφέτια του κάθε βουλευτή) και ότι το ίδιο το FBI θα πάρει σιδηροδέσμιο τον Κυβερνήτη του Ιλλινοϊ Μπλγκόγιεβιτς που τον έπιασε να χρηματίζεται αντί να κρατήσει τις κασσέτες για να τον εκβιάζει στα σκοτεινά. Αντί όμως να λαμβάνουμε υπόψιν μας όλα αυτά, βολεύει περισσότερο να φανταζόμαστε συνέχεια σκοτεινές δυνάμεις που απειλούν την εθνική μας υπερηφάνεια και σκοπεύουν να μας υποδουλώσουν. Έτσι μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε σε μια χώρα αυτιστική που έχει αποφασίσει να πεθάνει μέσα στις κακόγουστες αυθαίρετες μεζονέτες της, ακούγοντας Βανδή (άλλος αντιγραφέας της αμερικανίδας Madonna και αυτή) και αγωνιώντας πώς ακριβώς ο Τέως πήδηξε την Βουγιουκλάκη, 60 χρόνια πριν, ενώ γύρω μας ο κόσμος αλλάζει. Μόνο που αυτή η στάση, είναι η χειρότερη αμερικανιά από όλες. Γιατί παραπέμπει στην χειρότερη εκδοχή της: Σην ηλιθιότητα και την απομόνωση του βλάχου που πρεσβεύει η Σάρα Πέιλιν και οι όμοιοί της σε όλο τον κόσμο.

18Δεν κοστίζει τίποτα να θρηνείς για τα παιδιά της Παλαιστίνης, όσο αυτά είναι σε απόσταση ασφαλείας. Πρόκειται άλλωστε για μια παράδοση, που ξαφνικά εξαφανίζει κάθε ψύχραιμη σκέψη, από κάθε κατηγορία πληθυσμού, που μάλιστα κατά τα άλλα φροντίζουν να διατηρήσουν την ψυχραινία και τον ορθολογισμό τους. Κατ’ αρχήν, οι νοικοκυραίοι τηλεθεατές, που εξοργίζονται με οποιαδήποτε ένδειξη διασάλευσης της τάξης από τα «κωλόπαιδα», δεν έχουν κανένα πρόβλημα να στηρίξουν ολόψυχα και να δικαιολογήσουν τις ρουκέτες, όταν προέρχονται από απελευθερωτικά κινήματα, όσο αυτά βρίσκονται μακριά από τις βιτρίνες τους και τα αυτοκίνητά τους. Όσοι κόπτονται για την τραγωδία των παιδιών που σκοτώνονται από τις βόμβες, είναι έτοιμοι να τα πετάξουν στη θάλασσα, όταν αυτά τα ίδια παιδιά, έρθουν στην Ελλάδα και κάποια μέρα φτάσουν στο σημείο να γίνου σημαιοφόροι στις παρελάσεις. Οι διεθνιστές, που πάντα μιλάνε για την αδελφοσύνη των λαών που πέφτουν θύματα των ηγεσιών τους, ξεχνάνε πλήρως τις αρχές τους, όταν ο ένας λαός είναι οι Ισραηλινοί και ο άλλος οι Παλαιστίνιοι. Τότε δηλαδή, δεν πρόκειται για δύο λαούς που οι ηγεσίες τους τους οδηγούν σε αιματοκύλισμα, αλλά για ένα έθνος αιμοβόρων Εβραίων που οφείλουν να δέχονται ρουκέτες αδιαμαρτύρητα και για ένα έθνος αθώων φανατικών μουσουλμάνων, που οι ηγεσία της οργάνωσής τους δεν δείχνει την περιφρόνησή της προς τα παιδιά, εγκαθιστώντας τις πολεμικές της βάσεις ανάμεσά τους. Οι εθνόκαυλοι υμνητές της ελληνοχριστιανικότητας πάλι, που κατά τα άλλα θεωρούν μέγιστη εθνική ταπείνωση το γεγονός ότι δεν επιτεθήκαμε στην Τουρκία, τότε με τα Ίμια, ξαφνικά, βγάζουν την τρυφερή αντιπολεμική πλευρά τους στην επφάνεια και καταδικάζουν μετά βδελυγμίας τα πολεμικά αντίποινα, μόνο σε περίπτωση που αυτά προέρχονται από το Ισραήλ. Τα «πληγωμένα ελαφάκια» της αριστεράς πάλι, που επιδίδονται δικαίως σε έναν ουρανομήκη θρήνο για τη βία και το αιματοκύλισμα, θυμούνται τον πολιτικό τους ορθολογισμό, όταν η Χαμάς και η Φαταχ ανταλάσσουν ματαξύ τους πυρά και στη μέση σκοτώνονται πάλι τα ίδια παιδάκια της Παλαιστίνης. Και τέλος ο ευαίσθητος Δήμαρχος Αθηναίων, που ακυρώνει τις συναυλίες ως ένειξη συμπαράστασης στον «δοκιμαζόμενο Παλαιστινιακό λαό», είναι ο ίδιος που έβαλε τα ΜΑΤ να φυλάνε το δέντρο του, μην τυχόν και δεν ξεχάσουμε όσο πιο σύντομα γίνεται τον θάνατο του 15χρονου Αλέξη. Ας μην παριστάνουμε λοιπόν τους ευαίσθητους ξαφνικά με την τραγωδία στη Μέση Ανατολή. Ή τέλος πάντων, ας μην παριστάνουμε τους ευαίσθητους με τόση θεατρική ομοφωνία. Γιατί για ένα λαό που είναι τόσο διπρόσωπος ώστε από τη μια να είναι περήφανος για την «εφεύρεση» της Δημοκρατίας και από την άλλη να πουλάει την ψήφο του σε αυτόν που του δίνει τρία ψωροχιλιάρικα επίδομα πυρόπληκτου, αυτό είναι όχι μόνο ύποπτο, αλλά και προσβλητικό. Και για τα παλαιστινάκια αλλά και για τα εβραιάκια. Που βρίσκονται αμφότερα χωρίς να φταίνε, στην κόλαση που η ηγεσία κάθε λαού, έφτιαξε για εκείνον.

storesΤελικά ήταν ζήτημα χρόνου, η κατ’ εξοχήν ηλίθια λογική των «κακών καουμπόιδων» και των άκακων και αθώων «ινδιάνων» να περάσει και στο σύμπαν του εμπορίου. Έτσι, από εδώ και στο εξής, δεν έχουμε απλώς εμπόρους που προσπαθούν με ελεύθερο ανταγωνισμό, να προσελκύσουν όσους περισσότερους αγοραστές μπορούν, να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να βγάλουν κέρδος. Έχουμε μια μάχη ανάμεσα στο «Καλό» και στο «Κακό»: Ανάμεσα δηλαδή σε «αθώους και αδικημένους εμπόρους με ένα μαγαζί» και «κακούς πολυεθνικούς κολοσσούς» που έρχονται να τους πάρουν τους πελάτες. Επιβεβαιώνοντας ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσει κάτι σε αυτή τη χώρα, χωρίς να μετατραπεί σε μελό σαπουνόπερα. Έτσι, το κοινό, μακριά από οποιαδήποτε ανάμιξη της λογικής (που προϋποθέτει καθαρή σκέψη) θα ακολουθήσει αυθόρμητα (και με ευκολία) το «φωσκολικό του ένστικτο» και θα ταχθεί με τους αδικημένους και καταφονεμένους. Αλλίμονο σε όποιον τολμήσει να επισημάνει ότι όταν κάποιος θέλει να μην τον καταπιεί ο ανταγωνισμός από τα mall, πρέπει να φροντίσει να ενισχύσει τα πλεονεκτήματά του απέναντί τους. Να δώσει ένα λόγο στον πελάτη να συνεχίσει να ταλαιπωρείται πηγαίνοντας σε αυτόν και όχι στον «πολυεθνικό κολοσσό» στον οποίο βρίσκει και τα ίδια πράγματα και επιπλέον έχει και κάπου να παρκάρει. Αντί για αυτό όμως, ο απειλούμενος από τον ανταγωνισμό έμπορος, ακολουθεί την εύκολη και ασφαλή λύση. Κάνει τον κακομοίρη. Λες και δεν έχει ευθύνες που παρέμεινε ίδιος όταν έβλεπε τα πάντα γύρω του να αλλάζουν. Με μια ύπουλη ξανθοπουλική κλαψούρα, τα mall δαιμονοποιούνται ηθικά. Με άλλα λόγια, εκεί που κανονικά υπάρχει απλώς ανταγωνισμός και παροχή υπηρεσιών, προσπαθούν να ανακατέψουν την ηθική, ώστε η κόντρα να περάσει σε επίπεδο συναισθήματος. Σε λίγο ίσως ζητήσουν και κρατική ενίσχυση, Ή ακόμα χειρότερα, ένα νομοθετικό διάταγμα που θα απαγορεύει την λειτουργία ανταγωνιστικών mall στην ελληνική επικράτεια. Ίσως μάλιστα να κάνει υποχρεωτική και τη χρήση των γκαζοζέν του μεσοπολέμου, ώστε να πριτσινωθούμε για πάντα στην ασφάλεια αυτού που ξέρουμε. Μόνο που όταν οι μικροεπιχειρήσεις αρχίζουν να αντιμετωπίζονται με νοσταλγία σαν μουσειακό είδος, σημαίνει ότι έχουν γίνει κάτι σαν τα θερινά σινεμά που πρέπει να παραμείνουν με τη βία ζωντανά εν ονόματι του γιασεμιού. Δηλαδή η ελεύθερη οικονομία και ο ανταγωνισμός, είναι μια χαρά όταν λειτουργεί υπέρ μας, αλλά όταν απαιτεί από εμάς να αλλάξουμε και να βελτωθούμε, τότε είναι μια «λαίλαπα όπου λειτουργεί με ανήθικο το δίκαιο του ισχυρού». Μόνο που η κακομοιριά, είναι στο βάθος, ακόμα πιο ανήθικη. Γιατί δείχνει ένα κόσμο που είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα, αρκεί να μην μπει στον κόπο να προχωρήσει και να αντιμετωπίσει στα ίσια την πρόκληση.