Αρχείο

Γυναίκες

loudovikΟι φωτογραφίες των πλούσιων κυριών με τις βραδινές τουαλέτες και φόντο χριστουγεννιάτικα σαλόνια «λουδοβίκειου» τύπου που ποζάρουν μαζί με τα αμήχανα παιδιά τους (ντυμένα τόσο εξωπραγματικά ακριβά που μοιάζουν σχεδόν αποκριάτικα), γέμισαν όπως κάθε χρόνο τα περιοδικά. Μόνο που φέτος η επίδειξη αυτή έχει γίνει παλαιομοδίτικη, όπως θα έλεγαν και οι ίδιες στη γλώσσα τους. Έτσι κι αλλιώς, μια πλούσια σύζυγος που φοράει τα καλά της και στήνεται σαν σταρ, επιδεικνύοντας την «επιτυχία» της στις αναγνώστριες ενός περιοδικού, αποκάλυπτε ένα τεράστιο υπαρξιακό κενό. Μια τέτοια κίνηση, περιέχει τεράστιες δόσεις «κοιτάξτε με» σε συνδιασμό με άφθονες ποσότητες σουσουδισμού. Όμως πλέον δείχνει καθαρή αναισθησία. Γιατί αυτή τη στιγμή, εκείνο που κραυγάζουν αυτού του είδους οι φωτογραφίες, είναι η ωμή απάθεια. Σε ένα περιβάλλον κρίσης, με οικονομίες να καταρρέουν, με τον κοινωνικό ατμό να έχει φτάσει σε όρια έκρηξης, εκείνες συνεχίζουν να κρατούν με νύχια και με δόντια, τον κιτς κόσμο τους απαραβίαστο από την πραγματικότητα. Προσπαθώντας με πρωτοφανή αγωνία να κάνουν σα να είναι όλα βελούδινα και τριανταφυλλένια. Μήπως πείσουν και τον ίδιο τους τον εαυτό, ότι το να τρίβεις στα μούτρα των άλλων, πόσο δήθεν χλιδάτα και ονειρεμένα περνάς, ενώ έξω κάνει για όλους φτώχεια δεν έχει τίποτα το μεμπτό. Μόνο που καθώς υψώνουν τα κρυστάλλινα ποτήρια με σαμπάνια, με δυσκολία κρύβεται η γυαλάδα ενός junkie από το βλέμμα τους. Ενός junkie που χρειάζεται τη φιγούρα και την προβολή, γιατί αλλιώς δεν έχει τίποτα. Που δεν μπορεί δηλαδή να ευχαριστηθεί καν τον πλούτο του με την κομψή διακριτικότητα ενός χορτάτου ανθρώπου. Αλλά που διακατέχεται από την τεράστια αγωνία να το φωνάξει και να το δείξει. Και αυτό είναι κακόγουστο και χυδαίο. Γι’ αυτό και φέτος, οι «Αντουανέτες» με τα βραδυνά φορέματα μπορστά στα Χριστουγεννιάτικα δέντρα, δεν ήταν προκλητικές. Έδειχναν κυρίως ψυχοπαθείς. Και αυτό τις έκανε πιο κακομοίρες από ποτέ.

Advertisements

gallianoΑπό τότε που η φράση «έχω μεγάλο πάθος με τα παπούτσια», διαχύθηκε σε όλες τις κατηγορίες του γυναικείου πληθυσμού, από τις συζύγους επιχειρηματιών μέχρι τις τραγουδίστριες της Εθνικής Οδού, έγινε κάτι σαν λαϊκό σουξέ. Με συνέπεια, σταδιακά, να χάσει το νόημά της όπως συμβαίνει πάντα με τις φράσεις που κάποτε ειπώθηκαν από μια ελίτ και στη συνέχεια τις υιοθέτησαν όλες όσες ήθελαν να είναι αυτή η ελίτ. Κοινώς: Από τη στιγμή που μέχρι και η Βέρα Λάμπρου φτάνει στο σημείο να λέει μια φράση επειδή την κάνει να νιώθει trendy, αυτομάτως η φράση αυτή σταματάει να είναι trendy. Πρόκειται για απλό νόμο της αγοράς. Όμως η ζημιά που έκανε αυτό το κλισέ στα παπούτσια, είναι μεγαλύτερο. Γιατί όπως τα περισσότερα κλισέ, χτύπησε μια χορδή αλήθειας. Απενοχοποίησε τα συντριβάνια κοκεταρίας που κρύβονται μέσα σε κάθε γυναίκα και τα μετέτρεψε σε δημόσια ανάγκη. Το αποτέλεσμα; Εκατοντάδες ευτραφείς κακομοίρες να περπατάνε με το χαρακτηριστικό βάδισμα του ξυλοπόδαρου, καθώς έχουν στριμώξει τα πόδια τους, μέσα σε υπερ-μοδάτα παπούτσια με λεπτές φόρμες, μόνο και μόνο επειδή «αααχ, δεν μπορούσαν να μην τα αγοράσουν γιατί μωρέ έχουν πάθος με τα παπούτσιαααα». Χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι καθώς βασανίζονται να περπατήσουν, εκπέμπουν κακομοιριά από χιλιόμετρα. Όχι μόνο γιατί η απελπισία τους να δείχνουν μοδάτες υπερκαλύπτει τα παπούτσια. Ούτε γιατί πίσω από τους μορφασμούς πόνου, κρύβεται η πιο καθαρή και ανόθευτη εκδοχή της υστερίας (που επίσης υπερκαλύπτει κάθε άλλο χαρακτηριστικό). Αλλά κυρίως γιατί αυτά τα μοδάτα παπούτσια, αντί να πατάνε ένα κόκκινο χαλί παγκόσμιου βεληνεκούς, πατάνε καλώδια και λασπωμένα προαύλια λαϊκών τηλεοπτικών στούντιο. Σαν μια Ferarri που οδηγείται στα στενά του Μπουρναζίου. Το μόνο που δείχνουν, είναι την αγωνία αυτής που τα φοράει να κάνει φιγούρα και να δείξει μοντέρνα σε ανυπεράσπιστες νοικοκυρές. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη κακομοιριά από όλες. Γιατί δείχνει ότι για να γίνεις Carrie Bradshaw, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις την «Σούλα» της γειτονιάς που έχεις μέσα σου.

gal_gossip_girl1Σύμφωνα με μια παλιά θεωρία, αν βάλεις μαζί μια γυναίκα και δύο άντρες, έχεις ένα δράμα. Αν βάλεις μαζί έναν άνδρα και δύο γυναίκες, έχεις μια κωμωδία. Αν όμως –και αυτό είναι αναγκαστική τροποποίηση της προηγούμενης θεωρίας – βάλεις εκατοντάδες έξυπνες, σατανικές και κυρίαρχες γυναίκες να συνυπάρχουν με αδύναμους, losers και ψιλο-ηλίθιους άντρες, τότε έχεις την πραγματικότητα μιας τηλεοπτικής 10ετίας. Μιας 10ετιας όπου οι άντρες λειτουργούν απλώς σαν «γεμίσματα» σε ένα κόσμο που αναβλύζει γυαικεία χειραφέτηση και μάλιστα σε ποσότητες παραπάνω από τα όρια συναγερμού. Από το «Sex and the City» και τον σωβινισμό του «γνώρισα-τους-άντρες-και-αγάπησα-τα-παπούτσια», μέχρι τη σαρωτική επιτυχία του «Gossip Girl», δεν υπάρχουν πια προσχήματα: Οι άντρες, αν κάνουν ακριβώς αυτό που θέλουν οι πρωταγωνίστριες, μπορεί το πολύ-πολύ, να κερδίσουν τον χαρακτηρισμό «cute». Έναν επιθετικό προσδιορισμό που παλιότερα απευθύνοταν αποκλειστικά σε σκυλάκια και μωρά, αλλά πάντως όχι σε ισότιμους πρωταγωνιστές. Αντίθετα, οι πραγματικές πρωταγωνίστριες αυτού του τηλεοπτικού σύμπαντος που περιγράφουν οι σειρές, περιφέρονται με τα botox τους και τις θανατηφόρες ατάκες τους, κολακεύοντας το μόνο κοινό που πλέον ενδιαφέρει τους πάντες: Τις γυναίκες 18-35. Και είναι σα να τους επαναλαμβάνουν επεισόδιο με επεισόδιο τη διαβεβαίωση ότι δεν χρειάζεται να ανησυχούν επειδή βρίσκονται στα όρια της υστερίας. Απλώς δεν υπάρχουν πια άντρες. Συνεπώς δεν φταίνε αυτές που είναι μόνες. Απλώς προσαρμόζονται στον θαυμαστό νεο γυναικείο κόσμο, όπου οι αρσενικοί «δεινόσαυροι» θα έχουν εξαφανιστεί και το μόνο που θα έχει απομείνει θα είναι οι gay κολλητοί και το άμεσο υποκατάστατό τους: Οι τηλεοπτικές σειρές.

jennifer-aniston-vogue-december-20081Στο τεύχος Δεκεμβρίου της αμερικάνικης Vogue, η Τζένιφερ Άνιστον δηλώνει «Αυτό που έκανε η Αντζελίνα, ήταν πολύ uncool». Συμπέρασμα: Είτε είσαι τηλεθεάτρια της Τατιάννας και αγανακτείς επειδή οι «αλλοδαπές σας κλέβουν τους άντρες» είτε είσαι σταρ παγκοσμίου βεληνεκούς, η κατίνα μέσα σου θα έχει μονίμως την πεποίθηση ότι οι άντρες είναι άβουλα αντικείμενα, που οι  άλλες γυναίκες απλώς αποφασίζουν να «τους πάρουν»  λες και πρόκειται για αναπτήρες Bic! Τους ίδιους τους άντρες πάλι, δεν τους ρωτάει κανείς φυσικά. Τόσο η πρώην όσο και η νυν, προτιμούν να εκτοξεύουν ρουκέτες μεταξύ τους, μέσω εξωφύλλων και άλλων δημόσιων βημάτων κρατώντας τον καυγά αποκλειστικά σε γυναικείο επίπεδο. Διότι πέρα από την συγκυριακή τους αντιπαλότητα, κατά βάθος τις συμφέρει και τις δύο να αφήνουν την ανδρική βούληση απέξω. Αλλιώς υπάρχει κίνδυνος να μιλήσει και εκείνος. Και αν μιλήσει, υπάρχει κίνδυνος να πει το προφανές: Οτι δηλαδή προτίμησε να αφήσει τη μια και να πάει στην άλλη, γιατί π.χ. η άλλη έκανε καλύτερες πίπες. Όμως αυτό, καμμία από τις δύο δεν διανοείται να επιτρέψει να ακουστεί. Γιατί τότε ένα ολόκληρο σύστημα δημόσιας εικόνας, με στυλίστες, παπούτσια και botox, θα αποδειχθεί αδύναμο μπροστά στις ορμόνες. Πράγμα που αντιτίθεται στις βασικές αρχές του Νέου Γυναικείου Πολιτισμού, που δεν αντέχει να υπάρχει κάτι που δεν μπορεί να ελέγξει απόλυτα. Όπως τις ανδρικές ορμές.

Ας ελπίσουμε ότι η Ευγενία Μανωλίδου έχει κατασκευαστεί στο εργαστήριο ενός τρελού επιστήμονα. Γιατί αν αυτό το γλυκό ύφος με το οποίο ελίσσεται ανάμσα στα δολοφονικά βλέμματα που ανταλάσσουν οι παίκτες με τους εμβρόντητους συγγενείς τους στη «Στιγμή της Αλήθειας» είναι το φυσικό της, τότε υπάρχει πρόβλημα. Οχι για εκείνη. Για όλους τους υπόλοιπους. Αυτή η κυρία με τις κλασσικές σπουδές και την εμφάνιση παλιάς αστής, καταφέρνει να βουτήξει μέσα στα νερά του ψυχικού υπονόμου των γύρω της και να αναδυθεί μετά από λίγο στην επιφάνεια, ολόστεγνη. Πρόκειται δηλαδή για μια νέα προχωρημένη μορφή ζωής. Μια εκπρόσωπο του νέου επερχόμενου γυναικείου πολιτισμού που πρόκειται να επικρατήσει αργά ή γρήγορα, γιατί απλούστατα είναι μια εξελιγμένη μορφή ανθρώπου. Συνδιάζει την αμείληκτη γυναικεία σκληρότητα με ένα τρυφερό περίβλημα που όμως είναι φτιαγμένο από tefal και τίποτα δεν μπορεί να κολλήσει επάνω του ότε κανείς μπορεί να του βρει έστω και μια ρωγμή. Και όλα αυτά χωρίς καν να διακρίνεται στο βάθος του ματιού της κάτι μηχανικό, όπως στον «Εξολοθρευτή» ή σε άλλα προηγούμενα μοντέλα. Με άλλα λόγια το είδος ανθρώπου που μπορεί σε μερικά δευτερόλεπτα να καταστρέψει ολοσχερώς το σκληρό προφίλ του υπερπροβεβλημένου συζύγου της, αποκαλώντας τον δημόσια «μπουμπούκο», την άλλη να συνθέτει με ναζιστική πειθαρχία ένα πολιτισμένο κομμάτι κλασσικής μουσικής και στο τέλος, να προελαύνει τσαλαπατώντας πάνω στους βλακώδεις συναισθηματισμούς που λερώνουν τη διαδρομή της προς την οριστική επικράτηση, σα να πρόκειται για κάτι τελείως φυσικό. Και όλα αυτά με την ίδια ευγενική χαμογελαστή ευκολία του killer.

Από την εποχή του ανεπανάληπτου «να ολοκληρώσω θέλω…», όπου μια δικηγόρος αρχίζει να λούζεται και τελικά φτάνει σε οργασμό μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου (!;!;), είχαμε υποψιαστεί ότι οι έννοιες «γυναίκα» και «μαλλιά», όταν συνδυαστούν παράγουν αποτέλεσμα υψηλής αστάθειας και μεγάλης εκρηκτικότητας. Τα εκατοντάδες γυναικεία σαμπουάν δεν είναι απλά προϊόντα που ρημαδοκαθαρίζουν και τα μαλλιά. Είναι κάτι που προέρχεται από τον Θεό («Ο φύλακας άγγελος σας»), είναι ανταμοιβή και δικαίωση («Γιατί σας αξίζει»), είναι ψυχολογική υποστήριξη («Έχετε νιώσει ποτέ τόση αυτοπεποίθηση;») και είναι απελευθέρωση («Κινηθείτε ελεύθερα! Τα σπαστά μαλλιά σας παραμένουν άψογα σχηματισμένα για 24 ώρες!»). Παρακολουθώντας διαφημίσεις για προϊόντα μαλλιών, είναι σα να παρακολουθείς ένα μεταφυσικό θρίλερ, όπου σκοτεινά πνεύματα πετάγονται μέσα από τα γυναικείες κομμώσεις και επιτίθενται εναντίον της ανθρωπότητας. Και είναι τρομακτικό να ξέρεις ότι κάθε γυναίκα έχει και μια δεύτερη κρυμμένη προσωπικότητα, πολύ πιο επικίνδυνη. Που ανα πάσα στιγμή, αν κάτι δεν πάει καλά με το χτένισμα ή τον τρόπο που στρώνουν οι μπούκλες,  μπορεί να ξυπνήσει και να την μεταμορφώσει σε οργισμένη μαινάδα, που ο μόνος τρόπος για να ηρεμήσει ξανά και να επανέλθει στην πρότερη κανονική της κατάσταση, είναι «να ξαναβρούν τα μαλλιά της το κέφι τους».