Αρχείο

Επικοινωνία

ceb2cebfcf85cebbceb3ceb1cf81ceb1cebaceb7cf83-cebccf85cebacebfcebdcebfΈνα από τα πιο κλασσικά αστεία στις κωμωδίες, έχει να κάνει με κάποιον που προσπαθεί να πει συγγνώμη, αλλά επειδή ζορίζεται, ψελλίζει τελικά κάτι μέσα από τα δόντια του ή την κάνει τόσο σύνθετη που τελικά καταλήγει να είναι πιο προσβλητική γι’ αυτόν που την δέχεται και να κάνει τα πράγματα χειρότερα. Μόνο που οι χαρακτήρες στις κωμωδίες είναι συμπαθείς. Ενώ ο Γιώργος Βουλγαράκης πάλι, όχι. Δηλαδή όταν ζητάει συγγνώμη «επειδή δεν πρόσεξε και μας έκανε να τον παρεξηγήσουμε», δεν σημαίνει «συγγνώμη για τη μαλακία που έκανα». Σημαίνει «συγγνώμη που δεν σκέφτηκα πόσο μαλάκες και κακόπιστοι είστε εσείς και παρεξηγείτε με το παραμικρό τους αθώους». Στην πραγματικότητα δηλαδή, η περίφημη «συγγνώμη» του Γιώργου Βουλγαράκη, δεν ειπώθηκε επειδή ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη να εξιλεωθεί επειδή μετάνιωσε. Ειπώθηκε για να την «καταναλώσει» το κοινό του που διψάει για αίμα. Οπότε εκείνος τους προσφέρει βυσσινάδα, ελπίζοντας ότι δεν θα προσέξουν τη διαφορά, θα συμβιβαστούν λόγω κόκκινου χρώματος και συνεπώς, εκείνος θα τη σκαπουλάρει αρτιμελής. Μόνο που όταν προσπαθείς να υποδυθείς τον Πασχάλη της πολιτικής, πρέπει να ξέρεις ότι το κοινό είναι σαν απατημένη γκόμενα. Θα σε δεχτεί πίσω στο σπίτι και θα πείσει τον εαυτό του ότι το λάθος είναι «στιγμιαίο», μόνο αν το παραδεχθείς χωρίς περιστροφές. Και φυσικά όταν σε δεχθεί πίσω και σε συγχωρέσει, σου επιφυλάσσει συμπεριφορά Αλίκης Αρβανιτίδη. Δηλαδή σε κάνει να πληρώσεις για το λάθος σου με το χειρότερο όπλο που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα: Τα περιφρονητικά μούτρα. Μόνο όταν είσαι έτοιμος να τα αντιμετωπίσεις και να ζήσεις με αυτά, έχει νόημα να ζητάς συγγνώμη. Αλλιώς, με τα «με παρεξηγήσατε» και με τα «δεν φαντάστηκα ότι το κοινό είναι έτοιμο», το μόνο που καταφέρνεις είναι να παράγεις κωμωδία. Εκτός αν πιστεύεις ότι κάποιοι, όχι μόνο δεν θα γελάσουν με εσένα αλλά θα σε συγχωρήσουν, επειδή τους αποκαλείς ανώριμους και ηλίθιους. Για τους υπόλοιπους όμως, το θέμα είναι μια πράξη ακόμα στην φαρσοκωμωδία με τίτλο «Το έκανα για την ευλογία της Παναγίας».

Advertisements

prokirixiΤο να μελετάς και να αναλύεις μια προκήρυξη «τρομοκρατικής οργάνωσης», είναι το πιο βαρετό πράγμα. Γιατί όχι μόνο δεν λένε κάτι καινούριο, δηλαδή κάτι που να μην έχει ήδη γραφτεί στον τύπο και στα blogs, αλλά επιπλέον το λένε με τον πιο δυσκοίλιο τρόπο. Σα να πρόκειται για μια extra bonus κίνηση εχθρότητας, πέρα από την ίδια την επίθεση. Σα να σου λένε, «εντάξει, εκδικηθήκαμε την αστυνομία, τώρα πάρτε κι εσείς μια μικρή τιμωρία για να μάθετε την επόμενη φορά να μη μας λέτε τρομοκράτες αλλά «μαχητές πόλης με άποψη». Αφού η λέξη κλειδί, που διαχωρίζει την απλή ζοχάδα από την επανάσταση είναι η «άποψη», πρέπει με τον στανιό να πούν κάτι που να θυμίζει άποψη, έστω κι αν είναι προφανές ότι τους βγαίνει δύσκολα. Γι’ αυτό άλλωστε, κλωσσούσαν την περίφημη προκήρυξή τους τόσες μέρες. Και εδώ που τα λέμε, πως να μην τους βγαίνει δύσκολα, όταν αυτά που πραγματικά θέλουν να πουν («τσατιστίκαμε με την δολοφονία του Αλέξανδρου και αρχίσαμε να βαράμε»), το λέει οποιοσδήποτε δολοφόνος του κοινού ποινικού δικαίου όταν τσατίζεται και σκοτώνει τον γείτονά του, την γκόμενά του ή τον κυνηγό που μπήκε στο βοσκοτόπι του. Όταν δηλαδή μια τέτοια πράξη προσπαθείς να την «ντύσεις» με ιδεολογία, αναπόφευκτα καταλήγεις να αναμασάς πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί και διαβαστεί, εκατοντάδες φορές, από ανθρώπους που για να τα πουν δεν χρειάστηκε να πάρουν Καλάσνικοφ και να πυροβολούν. Οπότε όταν εσύ για να πεις τα ίδια κάνεις πρώτα μια τρομοκρατική ενέργεια, σημαίνει ότι πας να τους μετατρέψεις εν αγνοία τους σε ιδεολογικούς σου συνεργάτες και άλλοθι. Και επιπλέον δείχνεις ότι στην πραγματικότητα σκοπός σου δεν είναι η κοινοποίηση των απόψεών σου που θέλεις πάσει θυσία να ακουστούν (αφού αυτές ήδη έχουν ακουστεί από άλλους) αλλά η ανάγκη να κάνεις τον «αντάρτη πόλεων» επειδή απλώς αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι κι εσύ ένα ρόλο, γιατί δεν αντέχεις άλλο να μην δίνουν σημασία στις κοινοτοπίες που λες.

Ο «ανατρεπτικός» κ Φίλης

Ο «ανατρεπτικός» κ Φίλης

Το ημερολόγιο της «Αυγής» με τις εικόνες από τις εξεγέρσεις του Δεκεμβρίου, δεν αποτελεί «χάιδεμα της κουκουλοφορίας» και επιβράβευση των ταραχοποιών, όπως έσπευσαν να το κατηγορήσουν τόσο η Λιάνα Κανέλλη, όσο και ο Κυριάκος Βελόπουλος, παρασυρμένοι από ιερή αγανάκτηση σαν πανελίστες μεσημεριανάδικου. Αντίθετα, μάλλον να το υποστηρίξουν θα έπρεπε, αφού υποβαθμίζει τα γεγονότα του Δεκεμβρίου. Δηλαδή, παίρνει τα φρέσκα και ευφυή συνθήματα (του τύπου «Είμαστε η γενιά του Τσέρνομπιλ / δεν θα πεθάνουμε ποτέ» ή  «Καραμανλής ή Χάος; Χάος!») και τα φέρνει κάτω από την βαρετή παλαιοαριστερίστικη σκέπη. Άνθρωποι που έχουν να σκεφτούν κάτι φρέσκο εδώ και χρόνια, βάζουν την υπογραφή τους σε κάτι που δεν έχει καμμία σχέση με αυτούς. «Αυγο-ποιούν» δηλαδή την εξέγερση αντί να «εξεγεθοποιηθούν» εκείνοι. Και αυτό μάλλον βολεύει όσους ένιωσαν προς στιγμήν να ιδρώνουν, επειδή τα παιδιά δεν διαμαρτύροταν προχωρόντας πειθαρχημένα σε τριάδες. Αρκεί να δει κανείς τον κ Φίλη, διευθυντή της εφημερίδας για να καταλάβει ότι πρόκειται για καθαρή περίπτωση λογοκλοπής: Από την εικόνα και μόνο ενός κουρασμένου μεσήλικα με το φοβισμένο βλέμμα του μεσαίου κομματικού στελέχους, γίνεται  σαφές δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει σκεφτεί κάτι τόσο πρωτότυπο. Και το γεγονός ότι το πατρονάρει προκαλεί θλίψη. Την ίδια θλίψη που προκαλούν όλοι εκείνοι που βλέπουν την απόσταση ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που θα ήθελαν να είναι, να μεγαλώνει.

karamalisΌταν κάποιος που διατείνεται ότι είναι προθυπουργός, πιστεύει ότι θα αντιστρέψει την ξεφτίλα ενός ολόκληρου χρόνου, αλλάζοντας θέσεις στους ίδιους, ανθρώπους, προφανώς θεωρεί τον εαυτό του πολύ μάγκα και όλους τους υπόλοιπους κρετίνους. Και βέβαια μπορεί οι εθισένοι στο πολιτικό παρασκήνιο και στα «σούπα-μούπες» να μασάνε με την κοσμοϊστορική για τον μικρόκοσμό τους προοπτική ότι ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης θα γίνει υπουργός, αλλά στην πραγματικότητα όλοι ξέρουμε ότι πίσω από την νέα φουρνιά γελοιοτήτων που θα προκύψει, κρύβονται ακριβώς οι ίδιοι άνθρωποι: Αυτοί που χειροκροτούν την υπερψήφιση ενός προϋπολογισμού που θα αλλάξει (γιατί κατά δική τους ομολογία είναι εξωπραγματικός), αυτοί που μουρμούραγαν μισόλογα για πολιτικές ευθύνες επι τέσσερις μήνες, αυτοί που περίμεναν υπομονετικά την σειρά τους σαν καλοί δημόσιοι υπάλληλοι στην κομματική επετηρίδα μέχρι να γίνουν και αυτοί υπουργοί και αυτοί που θα μας χαρίσουν άλλο ένα τρίμηνο απραξίας (μέχρι να ενημερωθούν). Όπως πίσω από όλους αυτούς, κρύβεται ένας αρχηγός που πιστεύει ότι μόλις ρίξει λίγο φρέσκα ανακυκλωμένο κρέας στην αρένα, ξαφνικά τα νούμερα θα εκτοξευθούν. Λες και δεν του έχει διδάξει τίποτα η εμπειρία των υπεύθυνων προγράμματος των καναλιών, που προφανώς αποτελούν τα πρότυπά του: Ότι δηλαδή ένα «ψόφιο» σήριαλ, σε όποια μέρα και να το βάλεις, πάλι «ψόφιο» θα είναι.

ΥΓ.: Κανονικά το κείμενο αυτό, θα έπρεπε να δημοσιευθεί στο blog με την ονομασία Politico, που ανέστησε εκ νέου ο υπογράφων με το τέλος της χρονιάς, φιλοδοξώντας να δοκιμάσει την τύχη της κοινής λογικής και της απλής παρατήρησης στην πολιτική.

Ούτε για να σου πάρουν τσιγάρα από το περίπτερο δεν τους εμπιστεύεσαι

Ούτε για τσιγάρα από το περίπτερο

Πρόκειται για μια από τις βασικές αρχές της έννοιας «διοίκηση». Πρέπει να είσαι αξιοσημείωτα ηλίθιος για να καταφέρεις να δημιουργήσεις μπαχαλο από μια απλή εμπορική Κυριακή. Γιατί όλο αυτό είχε να κάνει με μια απλή απόφαση. Ένα γαμημένο «ναι» ή ένα γαμημένο «όχι». Δεν επρόκειτο για κανένα ζήτημα που θα καθόριζε την πορεία της χώρας για τα επόμενα 20 χρόνια. Όμως όταν έχεις μάθει να διαχειρίζεσαι την εξουσία με γνώμονα μη σου την πει κανένας και όχι να παίρνεις την ευθύνη μιας επιλογής, καταλήγεις να σε θεωρούν όλοι ένα απλό διακοσμητικό νούμερο που δεν αξίζει να του δίνεις σημασία. Και ώς φυσική εξέλιξη, έρχεται το μπάχαλο. Γι’ αυτό και το γελοίο ερώτημα αν θα ανοίξουν τα μαγαζιά την τελευταία Κυριακή, κατάφερε να γίνει μείζον ζήτημα και να αντιμετωπιστεί με την προσφιλή μέθοδο της «Κολοκυθιάς». Θορυβγενείς εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων, πρόεδροι, υφυπουργοί και αντινομάρχες (όλοι με το ίδιο βλακώδες βλέμμα του μογγόλου), έδωσαν για άλλη μια φορά την εικόνα ενός περιφερόμενου μπουλουκιού, που παίζει το κλασικό έργο «δεν φταίω εγώ». Όμως όταν είσαι Υφυπουργός και η αγωνία σου είναι να μη φταίς και όχι να βρεις λύση έστω και με το να φταίξεις, τότε είσαι μη αντιστρέψιμα τελειωμένος. Μόνο που κανένας από το ακροατήριό τους, δεν ενδιαφέρεται για το ποιός φταίει. Κανείς δεν είχε διάθεση να αποδώσει ευθύνες χριστουγεννιάτικα. Μια απλή πληροφορία ζητούσαμε αλλά οι μαμουθένια ανίκανοι που γκάριζαν και αλληλοδιακόπτονταν επι τρείς μέρες στην τηλεόραση, δεν κατάφεραν να την δώσουν. Και αυτό είναι το μόνο σοβαρό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή τη γελοία ιστορία: Ότι όσο πιο ασήμαντο είναι ένα θέμα, τόσο πιο σημαντικό είναι όταν τα σκατώνεις.

vartholomaios1Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διαχώρησε φέτος τη θέση του. Αποφάσισε να μην σφυρίξει αδιάφορα κάνοντας τον γελωτοποιό σαν τον Κακλαμάνη, με δηλώσεις του τύπου «ασχοληθείτε με τη γέννηση του Θεανθρώπου και το Shopping και αφήστε μας ήσυχους», αλλά να αναφερθεί  στο Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του, στο θέμα των ημερών. Μίλησε λοιπόν για την «εξέγερση των νέων» και την απέδωσε «στην αδικία του παρόντος και στην αβεβαιότητα του μέλλοντος». Μόνο που εκεί ακριβώς, στη φράση για την «αβεβαιότητα του μέλλοντος» κρύβεται το κλειδί της παρεξήγησης. Ο Πατριάρχης ερμηνεύει τους νέους, όπως και οι περισσότεροι ενήλικες, με το κριτήριο της ηλικίας τους. Διότι μόνο οι ενήλικες προσδοκούν ένα «βέβαιο μέλλον». Γι’ αυτούς «βέβαιο μέλλον» σημαίνει να μην υπάρχουν δυσάρεστες εκπλήξεις και τα πράγματα να συνεχίσουν να συμβαίνουν όπως συνέβαιναν. ΝΑ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία τους. Όταν όμως είσαι γύρω στα 15, δεν υπάρχει πιο δυσοίωνο πράγμα από το «βέβαιο μέλλον». Βέβαιο μέλλον σημαίνει να αρνείσαι τη συναρπαστική περιπέτεια που ανοίγεται μπροστά σου. Σημαίνει να αντιμετωπίζεις τη ζωή σαν δημόσιος υπάλληλος. Με άλλα λόγια, να αντιμετωπίζεις τη ζωή σαν ένα διάλειμμα ανάμεσα στην εφηβεία και στην συνταξιοδότηση. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν, την προοπτική αυτού ακριβώς του «βέβαιου μέλλοντος» θέλουν να απομακρύνουν με την «εξέγερσή» τους τα παιδιά. Του μέλλοντος που τους οδηγεί αργά ή γρήγορα στον προθάλαμο ενός βουλευτή ζητώντας διορισμό, μπροστά σε έναν καναπέ να παρακολουθούν τη Νατάσσα Θεοδωρίδου να δίνει συνεντεύξεις ή μέσα σε ένα ανεξόφλητο Hyundai, μποτιλιαρισμένους στην Πατησίων να σκέφτονται ότι τους άξιζε μια καλύτερη τύχη. Ότι δεν τους αξίζει να ακούν στο ραδιόφωνο πολιτικές δηλώσεις που απευθύνονται σε κρετίνους και Κακλαμάνηδες να κάνουν τις μαζορέτες. Και για να αποφύγουν αυτό ακριβώς το ζοφερό μέλλον, εξεγείρονται. Το δικαιούνται όπως όλοι άλλωστε. Γιατί ακόμα και αν δεν τα καταφέρουν, θα θυμούνται τουλάχιστον ότι τουλάχιστον προσπάθησαν. Επίσης όπως όλοι, άλλωστε.

Μίλα για πάρτη σου!

Μίλα για πάρτη σου!

Όσο πιο παράταιρη δείχνει (ειδικά φέτος) η αφίσα του Δήμου Αθηναίων για «τις πιο λαμπερές γιορτές στην Αθήνα», τόσο πιο πολύ αποκαλύπτει την υστερία της και τον φόβο που δικατέχει όσους θέλουν να σκουπίσουν γρήγορα-γρήγορα τα αποκαϊδια κάτω από το χαλί και να συνεχίσουν σα να μη συνέβη τίποτα. Με την ψυχαναγκαστική υστερία της, στην πραγματικότητα μας προτείνει μια ανταλλαγή: «Εμείς σας προσφέρουμε ένα προϊόν που το διαφημίζουμε ως καλύτερο (όπως κάνουν όλες οι διαφημίσεις άλλωστε) και εσείς προσπαθείτε να ξεκαβλώσετε και να ξεχάσετε το Βατοπέδιο, τον Αλέξη και το πόσο γελοίοι είμαστε». Πρόκειται δηλαδή για μια κίνηση συμφιλίωσης, σα να πρόκειται για γκομενικό καυγαδάκι. Όπου όλα θα ξεχαστούν με ένα δώρο συμφιλίωσης τύπου τα «λαμπερότερα»Χριστούγεννα και εμείς που κάναμε όλες αυτές τις σκηνές, υποτίθεται ότι πρέπει να ξαναθυμηθούμε τις καλές στιγμές που περάσαμε με τους «κρατούντες», πόσο τους «αγαπήσαμε» κάποτε και να ξαναπέσουμε στην αγκαλιά τους γεμμάτοι αισθήματα συγχώρεσης. Μόνο που οι λέξεις «πιο» και «λαμπερές» που προσδιορίζει τα φετινά Χριστούγεννα στην αφίσα, καταστρέφει κάθε καλή πρόθεση που θα μπορούσαμε να διακρίνουμε. Γιατί στην πραγματικότητα, όταν ο άλλος προσπαθεί να ανταλλάξει την οργή σου με κακοντυμένους Άγιους Βασίληδες και Καρουσέλ όπου φαίνονται οι τάκοι από τις σκαλωσιές που τα στηρίζουν, δεν χρειάζεται να υποτιμά τη νοημοσύνη μας και το γούστο μας χαρακτηρίζοντάς τα και ως «πιο λαμπερά». Αυτό είναι η λεπτομέρεια που δείχνει ότι στην πραγματικότητα πίσω από το συμφιλιωτικό και ελαφρώς «βρεγμένη γάτα» ύφος της μετάνοιας, κρύβεται η ίδια αλαζονεία που αποτέλεσε την αιτία του καυγά: Ότι δηλαδή συνεχίζουν να μας θεωρούν κατά βάθος ιθαγενείς που θα θαμπωθούμε από μερικές πλαστικές χαντρούλες. Και αυτό είναι το μοιραίο λάθος. Που κάνει την χειρονομία και τους εορτασμούς να περνάνε από την απλή μικροαστική γελοιότητα στην εκνευριστική υστερία.