Αρχείο

Μιζέρια

81Οι δηλώσεις των απογοητευμένων υπουργοποιήσιμων, που τεικά παρέμειναν εκτός κυβέρνησης ότι «θα παραμένουν στρατιώτες της παράταξης», θυμίζουν την ατάκα που λένε συνήθως οι παρατημένοι γκόμενοι: Μπορεί να μην είμαστε μαζί, αλλά δεν πειράζει… Εγώ θέλω μόνο να είσαι καλα». Πρόκειται δηλαδή για μια πόζα που υποδύεται κάποιος όταν θέλει να ουρλιάξει την απογοήτευσή του. Πίσω της κρύβει την βεβιασμένη αξιοπρέπεια του προδομένου («μπορεί να μου φέρθηκαν πούστικα αλλά εγώ θα παραμείνω gentleman»), την βαθιά περιφρόνηση για τους πραγματικούς στρατιώτες της παράταξης («ας παίξω και αυτόν το ρόλο του ασήμαντου αν και όλοι ξέρουμε ότι είμαι στην πραγματικότητα μεγαλοστέλεχος») και κυρίως φόβο για την επικείμενη οργή των πελατών-ψηφοφόρων, αν ο απογοητευμένος αφήσει έστω και έναν υπαινιγμό απογοήτευσης («να κοιτάξτε, είμαι καλό παιδί! Δεν με ενδιαφέρει να γίνω υπουργός, με ενδιαφέρει να είμαστε στην εξουσία»). Κυρίως όμως, κρύβει βαθιά υποκρισία. Διότι όπως ο σκοπός του «παγκίτη» είναι να μπει στο γήπεδο, έτσι και το ανώτερο επίτευγμα ενός πολιτευτή της ηθικής κατηγορίας «φτερού», όπως τα μεγαλοστελέχη της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ, είναι να φτάσουν κάποια στιγμή στην κορυφή της καριέρας τους, με το να τους αποκαλούν επιτέλους κ Υπουργέ. Δηλαδή να δικαιωθούν για όλες αυτές τις ώρες που έχασαν πηγαίνοντας σε βαρετές επαρχιακές χοροεσπερίδες και για όλο αυτό το γλύψιμο που έχουν αναγκαστεί να κάνουν στις κατώτερες μορφές ζωής που αποκαλούνται επισήμως «εκλογική πελατεία». Πράγμα που σημαίνει ότι έτσι κι αλλιώς, οι τύποι του «στρατιώτη της παράταξης» είναι χαμένη υπόθεση. Γιατί τι προσδοκίες μπορείς να έχεις από κάποιον που υποδύεται εκούσια τον γλύφτη και τον «απουσιολόγο», ελπίζοντας να το εκτιμήσει το αφεντικό;

Advertisements

firefoxscreensnapz001Ποτέ άλλοτε δεν έχει παρουσιαστεί το φαινόμενο να υπάρχουν τόσες λίγες εναλλακτικές λύσεις και ταυτόχρονα, τόση πολλή κακοπιστία για την μόνη που αφήνει μια χαραμάδα διεξόδου. Η στάση αυτή, αν το καλοσκεφτεί κανείς, δεν εξηγείται λογικά: Όλοι περιμένουν με χαιρεκακία να εντοπίσουν και το παραμικρό στραβοπάτημα και να πανηγυρίσουν επειδή η τελευταία ελπίδα διαψεύστηκε. Όλοι έχουν καταληφθεί από «αυτοκτονικό ιδεασμό» και κρατάνε την ανάσα τους περιμένοντας πότε θα θριαμβολογήσουν για την αποτυχία του νέου προέδρου, με ένα «σας τα έλεγα εγώ». Λες και η δικαίωσή τους, είναι πιο σημαντική από όλα τα άλλα. Και δεν είναι μόνο οι κατ’ επάγγελμα αντιαμερικάνοι που πρωτοστατούν σε αυτό το μπαράζ καταστροφολογίας, χωρίς να προσπαθούν να κρύψουν καν την ικανοποίησή τους, επειδή δικαιώθηκαν γιατί ο νέος Πρόεδρος των ΗΠΑ, όπως άλλωστε είχαν προβλέψει με το βαθύ πολιτικό κριτίριο που τους διακρίνει, δεν άρπαξε αυτοπροσώπως ένα μπαζούκας για να το στρέψει κατά του Ισραήλ. Αλλά και όλος ο υπόλοιπος πλανήτης, προφανώς εθισμένος στους super ήρωες της pop κουλτούρας, που εμφανίζονται πετώντας από το πουθενά και καθαρίζουν μέσα σε 10 λεπτά τους κακούς, έχει αρχίσει να μπερδεύει επικίνδυνα τον Ομπάμα με τον Spiderman ή τον Τζακ Μπάουερ και σπεύδει να τον απαξιώσει πριν καν αναλάβει τα καθήκοντά επειδή δεν έλυσε με μια κίνηση το πρόβλημα της πείνας στον 3ο Κόσμο, ενώ δεν φαίνεται πολύ πιθανό να αρχίσει να αναστάινει νεκρούς ακουμπώντας τους απαλά στο κεφάλι. Γιά άλλη μια φορά λοιπόν, όλοι είναι πρόθυμοι να υιοθετήσουν τον ρόλο του «καημένου αδύναμου λαού που βλέπει τις ελπίδες του να διαψεύδονται για άλλη μια φορά». Πρόκειται φυσικά για τον πιο εύκολο ρόλο. Μπορείς να τον παίξεις από τον καναπέ. Και κυρίως, δεν απαιτεί καν να αντιπροτείνεις εσύ κάποια λύση. Απλώς να κρίνεις αφ’ υψηλού και να γκρινιάζεις. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο μέρος του προβλήματος. Γιατί δεν αφορά τον Ομπάμα. Αφορά την «μιζεροποίηση» της καθημερινότητας όλων μας.

storesΤελικά ήταν ζήτημα χρόνου, η κατ’ εξοχήν ηλίθια λογική των «κακών καουμπόιδων» και των άκακων και αθώων «ινδιάνων» να περάσει και στο σύμπαν του εμπορίου. Έτσι, από εδώ και στο εξής, δεν έχουμε απλώς εμπόρους που προσπαθούν με ελεύθερο ανταγωνισμό, να προσελκύσουν όσους περισσότερους αγοραστές μπορούν, να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να βγάλουν κέρδος. Έχουμε μια μάχη ανάμεσα στο «Καλό» και στο «Κακό»: Ανάμεσα δηλαδή σε «αθώους και αδικημένους εμπόρους με ένα μαγαζί» και «κακούς πολυεθνικούς κολοσσούς» που έρχονται να τους πάρουν τους πελάτες. Επιβεβαιώνοντας ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσει κάτι σε αυτή τη χώρα, χωρίς να μετατραπεί σε μελό σαπουνόπερα. Έτσι, το κοινό, μακριά από οποιαδήποτε ανάμιξη της λογικής (που προϋποθέτει καθαρή σκέψη) θα ακολουθήσει αυθόρμητα (και με ευκολία) το «φωσκολικό του ένστικτο» και θα ταχθεί με τους αδικημένους και καταφονεμένους. Αλλίμονο σε όποιον τολμήσει να επισημάνει ότι όταν κάποιος θέλει να μην τον καταπιεί ο ανταγωνισμός από τα mall, πρέπει να φροντίσει να ενισχύσει τα πλεονεκτήματά του απέναντί τους. Να δώσει ένα λόγο στον πελάτη να συνεχίσει να ταλαιπωρείται πηγαίνοντας σε αυτόν και όχι στον «πολυεθνικό κολοσσό» στον οποίο βρίσκει και τα ίδια πράγματα και επιπλέον έχει και κάπου να παρκάρει. Αντί για αυτό όμως, ο απειλούμενος από τον ανταγωνισμό έμπορος, ακολουθεί την εύκολη και ασφαλή λύση. Κάνει τον κακομοίρη. Λες και δεν έχει ευθύνες που παρέμεινε ίδιος όταν έβλεπε τα πάντα γύρω του να αλλάζουν. Με μια ύπουλη ξανθοπουλική κλαψούρα, τα mall δαιμονοποιούνται ηθικά. Με άλλα λόγια, εκεί που κανονικά υπάρχει απλώς ανταγωνισμός και παροχή υπηρεσιών, προσπαθούν να ανακατέψουν την ηθική, ώστε η κόντρα να περάσει σε επίπεδο συναισθήματος. Σε λίγο ίσως ζητήσουν και κρατική ενίσχυση, Ή ακόμα χειρότερα, ένα νομοθετικό διάταγμα που θα απαγορεύει την λειτουργία ανταγωνιστικών mall στην ελληνική επικράτεια. Ίσως μάλιστα να κάνει υποχρεωτική και τη χρήση των γκαζοζέν του μεσοπολέμου, ώστε να πριτσινωθούμε για πάντα στην ασφάλεια αυτού που ξέρουμε. Μόνο που όταν οι μικροεπιχειρήσεις αρχίζουν να αντιμετωπίζονται με νοσταλγία σαν μουσειακό είδος, σημαίνει ότι έχουν γίνει κάτι σαν τα θερινά σινεμά που πρέπει να παραμείνουν με τη βία ζωντανά εν ονόματι του γιασεμιού. Δηλαδή η ελεύθερη οικονομία και ο ανταγωνισμός, είναι μια χαρά όταν λειτουργεί υπέρ μας, αλλά όταν απαιτεί από εμάς να αλλάξουμε και να βελτωθούμε, τότε είναι μια «λαίλαπα όπου λειτουργεί με ανήθικο το δίκαιο του ισχυρού». Μόνο που η κακομοιριά, είναι στο βάθος, ακόμα πιο ανήθικη. Γιατί δείχνει ένα κόσμο που είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα, αρκεί να μην μπει στον κόπο να προχωρήσει και να αντιμετωπίσει στα ίσια την πρόκληση.

01_TELIKIALKISTISΗ λειράτη κότα που παριστάνει τον πρωθυπουργό και που ούτε αυστηρό ύφος δεν είναι ικανός να πάρει, χωρίς να μοιάζει σα να σφίγγεται για να μην κλάσει, τελικά, τα έκανε μπάχαλο. Έτσι γίνεται πάντα όταν μπαίνει ένας άχρηστος επικεφαλής: Σταδιακά, αρχίζει να επικρατεί ο νόμος του χάους. Ένας τραμπουκος βγάζει όπλο επειδή του τη σπάει ο 15χρονος πιτσιρικάς και αυτόματα καμμιά εκατοστή άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά τα Χριστούγεννα, γιατί κάηκαν τα μαγαζιά τους. Βλέπω στην τηλεόραση έναν ανάπηρο να προσπαθεί να απομακρυνθεί από τα δακρυγόνα σπρώχνωντας με απόγνωση την καρέκλα με τις ρόδες και ξαφνικά, θέλω να κατέβω και να τα σπάσω. Γιατί όταν σιγά σιγά διαλύονται όλα, καταλήγεις να είσαι απλώς ένα κράτος του 3ου κόσμου, όπου ο καθένας προσπαθεί να σωθεί όπως μπορεί. Και συνειδητοποιώ ότι κινδυνεύω να γεράσω στην χειρότερη Ελλάδα που υπήρξε ποτέ. Μέσα σε ατάλαντες υστερικές τραγουδίστριες με botox, θρησκόληπτους γιούς ταχυδρόμου με ύφος καρδιναλίων και φτωχομπινέδικη βουλημία που με περιφρονούν προσβάλλοντας τη νοημοσύνη μου και σε μικροαστούς που χειροκροτούν Τριανταφυλλόπουλους και Χαρδαβέλες. Και στην κορυφή όλων, ένα γελοίο χοντρό που με θεωρεί τόσο ξεφτίλα, ώστε επαναλαμβάνει την ίδια ομιλία εδώ και 5 χρόνια χωρίς να τον ενδιαφέρει καν αν θα το καταλάβουμε. Αν αυτή την Ελλάδα, όπου η δικτατορία της βλακείας έχει επιβληθεί παντού, θέλουν να σπάσουν οι κουκουλοφόροι, δεν μπορεί παρά να είμαι ολόψυχα μαζί τους.

poster_smΤο πρόβλημα δεν είναι να τρώς Χάμπουργκερ. Το πρόβλημα είναι να νομίζεις ότι το Χάμπουργκερ που μόλις έφαγες, εκπροσωπεί την υψηλή γαστρονομία. Γιατί μόνο ένας απελπισμένος επαρχιώτης, που δεν έχει δοκιμάσει ποτέ στη ζωή του κάτι άλλο πέρα από κακής ποιότητας σάντουιτς περιπτέρου, μπορεί να μείνει ενθουσιασμένος από ένα πλαστικό μπιφτέκι με κέτσαπ και να το αποθεώνει δημόσια με τέτοιο ζήλο. Όταν δηλαδή, παντού στον κόσμο παράγεται κωμωδία υψηλού επιπέδου, δεν είναι δυνατόν να αποκαλείς αριστούργημα τους «σηριαλικούς» αυτοσχεδιασμούς και τις κραυγές του Πέτρου Φιλιππίδη στον «Ηλία του 16ου», επειδή ας πούμε δεν είναι τόσο ανυπόφοροι όσο οι αυτοσχεδιασμοί σε ένα σήριαλ της σειράς. Πρέπει να έχεις ρίξει τόσο χαμηλά τον πύχη των απαιτήσεών σου, για να θεωρήσεις ότι αυτό που βλέπεις αγγίζει έστω τα στάνταρ της κινηματογραφικής κωμωδίας. Δηλαδή, μόνο σε μια χώρα όπου φράσεις όπως «ο ταλαντούχος Κώστας Καραφώτης» ή «η sexy Κατερίνα Παπουτσάκη», ακούγονται τελείως σοβαρά, χωρίς να πέφτουν οι σοβάδες από την ένταση της παπαριάς που κρύβουν, μπορεί και μια ταινία σαν τον νέο «Ηλία του 16ου» να θεωρηθεί καλή κωμωδία. Όμως, το πραγματικά ανησυχητικό, δεν είναι ότι η ελληνική εκδοχή του «Κλέφτη Ποδηλάτων» (με το υπαινικτικό και γεμμάτο ελαφρές αποχρώσεις παίξιμο του Χατζηχρήστου), μετεξελίχθηκε σε θορυβογενή φαρσοκωμωδία τύπου «Ρετιρέ». Στο κάτω κάτω, κάθε εποχή έχει την αισθητική που της αναλογεί. Το πραγματικά ανησυχητικό είναι ότι κανείς δεν το επισήμανε. Και ότι όλοι, έπεσαν με τα μούτρα πάνω στο νέο «διαμάντι». Μπερδεύοντας για άλλη μια φορά το «παραφουσκωμένο» από τις Δημόσιες Σχέσεις, «event» με το ίδιο το προϊόν. Ή απλώς εμφορούμενοι από τον γνωστό εθνικό ζήλο του ηλιθίου, που προτιμάει την ταραμοσαλάτα, ακόμα κι αν είναι ετοιματζήδικη από super market, από ένα καλομαγειρεμένο δείπνο μόνο και μόνο επειδή η ταραμοσαλάτα είναι ντόπια. Όμως, σε αυτή την περίπτωση, η πραγματική κωμωδία δεν βρίσκεται στην ταινία. Βρίσκεται στους θεατές που χειροκροτούν και γελάνε ενθουσιασμένοι με κάτι τόσο βλακώδες.

aggelopoulosΟ ωμός κυνισμός του σκηνοθέτη Θόδωρου Αγγελόπουλου, που δήλωσε ότι «δεν θα συμμετάσχει στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βερολίνου, γιατί δεν είναι σίγουρος ότι θα του δώσουν βραβείο και δεν του αρέσει να χάνει», έστω κι αν προέρχεται από κάποιον που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί την «υψηλή τέχνη», δεν έχει καμμία διαφορά επιπέδου, από τις δηλώσεις που κάνουν οι αγανακτισμένοι  πανελίστες των μεσημεριανάδικων κάθε φορά που χάνουμε την πρωτιά στην Eurovision και απαιτούν έξαλλοι να σταματήσουμε να συμμετέχουμε στον διαγωνισμό. Στην ουσία της όμως, η δήλωση του «ποιητή της εικόνας», είναι πολύ πιο φτηνή, από τα μεσημεριανάδικα. Γιατί δείχνει ότι στην πραγματικότητα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας ποντικός των παρασκηνίων που αμα δεν πάρει από την «παράγκα» την διαβεβαίωση ότι θα κερδίσει, δεν τολμάει να ξεμυτίσει από το καβούκι του και να διαγωνιστεί. Ένα καβούκι που χτίζεται χρόνια τώρα, ερήμην της πραγματικότητας. Με φοβικά σύνδρομα για ό,τιδήποτε καινούριο ξεφεύγει από τις συντεταγμένες που έχουν ορίσει π.χ. οι πολιτιστικές σελίδες της «Ελευθεροτυπίας» και των άλλων ντόπερμαν της ποιότητας. Με πραιτωριανούς της «κουλτούρας», που έχουν κολλήσει για πάντα σε αυτό που ξέρουν και εμπιστεύονται. Και που αντιμετωπίζουν σαν σκουπίδι, ο,τιδήποτε απειλεί τις φονταμενταλιστικές βεβαιότητές τους περί «ποιότητας». Από αυτό το εσωστρεφές «λιβάνισμα» όμως προκύπτουν πάντα τερατογενέσεις. Μια από αυτές τις τερατογενέσεις, είναι και η χυδαία δήλωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Με την λογική του, οι έλληνες επιστήμονες δεν πρέπει να συμμετέχουν σε πειράματα του εξωτερικού, γιατί δεν τους διαβεβαιώνουν ότι θα είναι επικεφαλής (όπως έχουν καλομάθει να είναι στη χώρα των Ψωμιάδηδων και του τσατσιλικιού). Οι Έλληνες ηθοποιοί δεν πρέπει να συμμετέχουν σε διεθνείς παραγωγές, γιατί δεν θα είναι πρωταγωνιστές (όπως έχουν καλομάθει να είναι στη χώρα των σήριαλ). Η χώρα δηλαδή, οφείλει να διαθέτει τους πόρους της στους Θόδωρους Αγγελόπουλους για να κορδώνονται σαν μεγάλοι δημιουργοί, μόνο μπροστά σε ένα κοινό «χειροκροτητών» και πάντα εντός των ορίων της επικράτειας, επειδή μόνο εντός αυτών των ορίων δεν τους αμφισβητεί κανείς. Όμως κάθε χώρα έχει τους πνευματικούς ανθρώπους που της αξίζουν. Στο κάτω-κάτω, και ο Εφραίμ, «πνευματικός» δεν δηλώνει;

ΥΓ.:Αν τώρα δεν πηγαίνει γιατί δεν τον διαβεβαιώνουν ότι θα κερδίσει, αυτό σημαίνει ότι τις προηγούμενες φορές που κέρδισε, το είχε κανονίσει παρασκηνιακά; Άρα είναι σα να παραδέχεται ότι και τα υπόλοιπα βραβεία του είναι «πέτσινα» και δεν έχουν καμμία σχέση με την αξία του, έτσι δεν είναι;

assets_large_t_420_19230731Με κάποιο μεταφυσικό τρόπο, όσα τεράστια ποσά και αν διακινούνται σε μια καλοστημένη λαμογιά όπου εμπλέκονται επιτροπές δημοσίου, Μονές και  κατασκευαστικές εταιρίες, στο βάθος θα κρύβεται πάντα η μιζέρια. Δηλαδή ο επιχειρηματίας ονόματι Πάπιστας, που έφτιαξε αυτές τις θλιβερά λαϊκές μεζονέτες, όσα Cayenne και να αποκτήσει, πάντα θα έχει κρεμασμένα στο καθρεφτάκι χνουδωτά ζάρια. Διότι, όταν θεωρείς αυτές τις συγκεκαλυμένες εργατικές πολυκατοικίες «πολυτελείς», είναι σίγουρο ότι η αισθητική σου δεν πάει πέρα από τα όρια της συνοικιακής καφετέριας. Άλλωστε όποιος έχει βρεθεί στη Χαλκιδική ή στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης και έχει δει αυτές τις οικιστικές τερατωδίες που προσπαθούν απεγνωσμένα να μοιάζουν χλιδάτες, καταλαβαίνει ότι έχουν φτιαχτεί για να στεγάσουν ανθρώπους που η αισθητική τους φτάνει το πολύ-πολύ, μέχρι παγιέτα από σώου του Στέφανο Σαρντίνι. Πράγμα που σημαίνει ότι όταν στο τέλος της ημέρας, γυρίζεις σπίτι σου κουρασμένος από τις διαπραγματεύσεις για τα λαδώματα, τις συνενοήσεις με τον Εφραίμ και την συνεχή επαφή με τα άλλα μικρολαμόγια, θα βγάζεις το handfree και θα φοράς τις παντόφλες Pegasus μέσα σε ένα υπερκιτς σαλόνι. Γνωρίζοντας κατά βάθος θα σε στοιχειώνει πάντα ότι η ατάκα της Σπαφούς Νοταρά προς τον «επαρχιώτη» Χατζηχρήστο, όταν εκείνος σε κάποια ταινία κερδίζει ένα λαχείο και αρχίζει να αντιγραφει τους πλούσιους: «Τι να τα κάνεις τα λεφτά, βλάχος άνθρωπος;».