Αρχείο

Παρατηρήσεις

422Παλιά, τα πράγματα ήταν απλά: Δεξιός, ήταν κάποιος που πίστευε ότι το κράτος πρέπει να επεμβαίνει όσο γίνεται λιγότερο στη λειτουργία της οικονομίας, αφήνοντάς την να αυτορυθμιστεί. Ότι η ιδιωτική πρωτοβουλία μπορεί να παράγει πλούτο εκμεταλλευόμενη καλύτερα την αγορά και ότι ο ελεύθερος ανταγωνισμός είναι εκείνος που θα ρυθμίσει τις τιμές και θα δημιουργήσει καλύτερα προϊόντα και υπηρεσίες. Και μετά ήρθε ο ανθρώπινος παράγοντας. Και όπως πάντα έκανε τις θεωρίες μπουρδέλο. Ο ανθρώπινος παράγοντας, έφερε μαζί του καρτέλ, τοξικά προϊόντα επενδύσεων και δεξιούς που παρακαλάνε να προσληφθούν στο δημόσιο και να τους επιδοτήσει το κράτος (όπως και όλοι οι άλλοι άλλωστε). Οι δεξιοί συνδικαλιστές υπερασπίζονται τα εργασιακά τους κεκτημένα όπως και οι σοσιαλιστές. Λένε με τον ίδιο γελοίο τρόπο ότι «μπήκαν στην πολιτική για να προσφέρουν» όταν βρίσκονται μέσα στον κύκλο της διαφθοράς και την καταγγέλουν όταν βρίσκονται απέξω όπως όλοι. Διορίζουν και ρουσφετίζουν και αυτοί για να καταφέρουν να διατηρήσουν την εκλογική τους πελατεία, όπως και οι άλλοι. Και απολαμβάνουν τα βλέμματα φθόνου των γύρω, όταν βρίσκονται μέσα στο Cayenne τους, επίσης όπως όλοι. Κι όμως, παρ’ όλα αυτά, υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε μια δεξιά κυβέρνηση και σε μια τρόπος του λέγειν «σοσιαλιστική». Πάλι στον ανθρώπινο παράγοντα. Σε καθαρά ψυχολογικό επίπεδο, ένας δεξιός διακατέχεται από πολύ μεγαλύτερη εσωστρέφεια – το λες και κοινωνικό φόβο. Με αποτέλεσμα να συμπεριφέρονται πολύ πο εχθρικά. Και αυτό φέρνει μαζί του μια αγέλαστη κακία, που μας διαποτίζει όλους. Ναι, και επι ΠΑΣΟΚ καταληστεύοταν ταμεία και μετατρέποταν το δημόσιο χρήμα σε μεζονέτες. Η διαφορά είναι ότι εκείνοι ένοιωθαν την ανάγκη να κάνουν στη μεζονέτα ένα μεγάλο πάρτυ. Ενώ ένας δεξιός την θέλει σκοτεινή και κλειδωμένη. Οι μεν ήθελαν να περάσουν καλά βλέποντας και τους γύρω τους καλά, ανάμεσα σε γκόμενες με μίνι που χορεύουν ενώ οι δεξιοί, θέλουν να βλέπουν τους υπόλοιπους «στεγνωμένους» και θλιμμένους, ανάμεσα σε ηλικιωμένες κυρίες που φοράνε ακριβές τουαλέτες. Οι μεν απολαμβάνουν, οι δεν ηθικολογούν. Αρκεί να δει κανείς πόσο διαφορετικά είναι τα σκάνδαλά τους. Πόσο πιο υπόγεια και με πόσο μεγαλύτερη πλεονεξία τα κάνουν. Λες και η ζωή, είναι ένα «ματς θανάτου» στο οποίο για να περάσεις εσύ καλά, πρέπει να περνάνε άσχημα όλοι οι άλλοι. Με άλλα λόγια: Και ένας σοσιαλιστής και ένας δεξιός, μπορεί να διαθέτουν το ίδιο Cayenne στο γκαράζ τους. Μόνο που ο πρώτος θα το χρησιμοποιήσει για να πάει μια βόλτα με τη μουσική τσίτα, ενώ ο άλλος θα το ευχαριστηθεί βάζοντας τον ανασφάλιστο φιλιππινέζο να του το πλένει εξονυχιστικά κάθε πρωί.

hamas_marketingΗ τηλεοπτική δήλωση ενός ηγέτη της Χαμάς, ότι «προετοιμάζονταν γι’ αυτή τη στιγμή (δηλαδή για την χερσαία επίθεση των Ισραηλινών) τα τρία τελευταία χρόνια», θα μπορούσε να εκληφθεί ως ένα νέο «ελευθερία ή θάνατος» που προέρχεται από κάποιον ηρωικό αγωνιστή της ελευθερίας, αν δεν περιείχε την τελευταία ανατριχιαστική διευκρίνιση (δηλαδή το «τα τελευταία τρία χρόνια»). Μια διευκρίνιση που αφαιρεί από την κατάσταση στη Μέση Ανατολή τη διάσταση μιας εν θερμώ εξέγερσης και της δίνει περισσότερο τον χαρακτήρα μιας προσχεδιασμένης σύγκρουσης. Και μάλιστα μιας σύγκρουσης με δεδομένη έκβαση, αφού κανείς δεν είναι δυνατόν να πιστέψει ότι η Χαμάς, ακόμα και μέσα στην θρησκευτική της παραζάλη, πίστευε ότι μπορεί να απελευθερώσει τη Λωρίδα της Γάζας με ρουκέτες που θυμίζουν τσίμπημα κουνουπιού σε ελέφαντα. Προφανώς λοιπόν το ζητούμενο ήταν η ίδια η σύγκρουση. Γιατί μόνο η σύγκρουση δικαιώνει την ύπαρξη μιας στρατιωτικής οργάνωσης όπως η Χαμάς. Χωρίς σύγκρουση, ακυρώνεται. Γι’ αυτό και όλη η οικονομική βοήθεια, δεν πηγαίνει στη δημιουργία σχολείων (όπου τα παιδιά θα μάθαιναν κάτι χρήσιμο για να αλλάξουν τη ζωή τους), αλλά στη δημιουργία στρατοπέδων εκπαίδευσης – στα οποία κατά την δήλωση προετοιμάζονται τα τελευταία τρία χρόνια – όπου τα παιδάκια θα μάθουν πως πυροδοτούν πιο αποτελεσματικά τα εκρηκτικά που κάποιοι άλλοι, τους φοράνε στη μέση τους. Όλοι εμείς οι ανθρωπιστές και πολιτισμένοι δυτικοί, που έχουμε τοποθετήσει στο ανώτατο σημείο την ανθρώπινη ζωή (και ειδικά την ζωή των παιδιών), βλέπουμε αληθινά σοκαρισμένοι τις σκηνές φρίκης που δικαίως τροφοδοτούν την έτσι κι αλλιώς παραδοσιακή αντιπάθεια μας στο Ισραήλ. Και κοντεύουμε να ξεχάσουμε ότι πρώτα από όλους, οι ίδιοι οι φανατικοί Μουσουλμάνοι έχουν σε μικρή υπόληψη τη ανθρώπινη ζωή. Ίσως λοιπόν στα δικά μας αυτιά να ακούγεται παράλογο, αλλά για κάποιον που ποζάρει καμαρώνοντας με το παιδάκι του ζωσμένο εκρηκτικά, ενώ κρατάει γεμμάτο περηφάνια ένα οπλοπολυβόλο, τα παιδάκια να ειναι πιο χρήσιμα όταν είναι χτυπημένα (και οι φωτογραφίες τους κάνουν το γύρο του κόσμου, ενεργοποιώντας τον αποτροπιασμό μας στη φρίκη να βλέπεις τα σώματά τους ματωμένα) παρά όσο παίζουν χαρούμενα στην αυλή του σχολείου τους. Εξάλλου, στα καθεστώτα και στις οργανώσεις που στηρίζονται στον θρησκευτικό φανατισμό, η μόνη επένδυση είναι η τυφλή πίστη, ώστε (και καλά…) με τη βοήθεια του Θεού να νικήσουν τους άπιστους. Κατά συνέπεια, στα θεοκρατικά καθεστώτα δεν υπάρχουν παιδάκια. Υπάρχουν απλώς ανήλικοι πιστοί, έτοιμοι να θυσιαστούν, έστω και για την υποστήριξη της κοινής γνώμης. Ναι, ακούγεται απάνθρωπο. Αλλά εφόσον ισχύει ότι εκεί που σταματάει η λογική, αρχίζει η βαρβαρότητα, τότε ισχύει και η εναλλακτική διατύπωση: Εκεί που ξεκινάει η Θεοκρατία, σταματάει ο ανθρωπισμός.

vartholomaios1Ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος διαχώρησε φέτος τη θέση του. Αποφάσισε να μην σφυρίξει αδιάφορα κάνοντας τον γελωτοποιό σαν τον Κακλαμάνη, με δηλώσεις του τύπου «ασχοληθείτε με τη γέννηση του Θεανθρώπου και το Shopping και αφήστε μας ήσυχους», αλλά να αναφερθεί  στο Χριστουγεννιάτικο μήνυμα του, στο θέμα των ημερών. Μίλησε λοιπόν για την «εξέγερση των νέων» και την απέδωσε «στην αδικία του παρόντος και στην αβεβαιότητα του μέλλοντος». Μόνο που εκεί ακριβώς, στη φράση για την «αβεβαιότητα του μέλλοντος» κρύβεται το κλειδί της παρεξήγησης. Ο Πατριάρχης ερμηνεύει τους νέους, όπως και οι περισσότεροι ενήλικες, με το κριτήριο της ηλικίας τους. Διότι μόνο οι ενήλικες προσδοκούν ένα «βέβαιο μέλλον». Γι’ αυτούς «βέβαιο μέλλον» σημαίνει να μην υπάρχουν δυσάρεστες εκπλήξεις και τα πράγματα να συνεχίσουν να συμβαίνουν όπως συνέβαιναν. ΝΑ ακολουθούν την προδιαγεγραμμένη πορεία τους. Όταν όμως είσαι γύρω στα 15, δεν υπάρχει πιο δυσοίωνο πράγμα από το «βέβαιο μέλλον». Βέβαιο μέλλον σημαίνει να αρνείσαι τη συναρπαστική περιπέτεια που ανοίγεται μπροστά σου. Σημαίνει να αντιμετωπίζεις τη ζωή σαν δημόσιος υπάλληλος. Με άλλα λόγια, να αντιμετωπίζεις τη ζωή σαν ένα διάλειμμα ανάμεσα στην εφηβεία και στην συνταξιοδότηση. Κατά πάσα πιθανότητα λοιπόν, την προοπτική αυτού ακριβώς του «βέβαιου μέλλοντος» θέλουν να απομακρύνουν με την «εξέγερσή» τους τα παιδιά. Του μέλλοντος που τους οδηγεί αργά ή γρήγορα στον προθάλαμο ενός βουλευτή ζητώντας διορισμό, μπροστά σε έναν καναπέ να παρακολουθούν τη Νατάσσα Θεοδωρίδου να δίνει συνεντεύξεις ή μέσα σε ένα ανεξόφλητο Hyundai, μποτιλιαρισμένους στην Πατησίων να σκέφτονται ότι τους άξιζε μια καλύτερη τύχη. Ότι δεν τους αξίζει να ακούν στο ραδιόφωνο πολιτικές δηλώσεις που απευθύνονται σε κρετίνους και Κακλαμάνηδες να κάνουν τις μαζορέτες. Και για να αποφύγουν αυτό ακριβώς το ζοφερό μέλλον, εξεγείρονται. Το δικαιούνται όπως όλοι άλλωστε. Γιατί ακόμα και αν δεν τα καταφέρουν, θα θυμούνται τουλάχιστον ότι τουλάχιστον προσπάθησαν. Επίσης όπως όλοι, άλλωστε.

chinese_santaΗ επιγραφή «Made in China», αποτελεί το ένοχο μυστικό της Δύσης. Τοποθετημένη υπεροπτικά πλέον, πάνω στη συντριπτική πλειοψηφία των αντικειμένουν με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή καθημερινά, μοιάζει λίγο με σφραγίδα που πιστοποιεί, ότι τελικά δεν είμαστε τόσο conaseurs, όσο θα θέλαμε να πιστεύουμε. Ούτε έχουμε τον καταναλωτικό σνομπισμό που νομίζουμε. Με άλλα λόγια, η Κίνα, έχει γίνει κάτι σαν την Zara του παγκόσμιου εμπορίου. Εκμεταλλεύεται την εξάρτησή μας από το «φαίνεσθαι» και μας το προσφέρει, ύπουλα και συστηματικά σε πολύ πιο χαμηλές τιμές. Μέχρι να εθιστούμε εντελώς στην ιδέα ότι η πολυτέλεια είναι κάτι που μπορεί να απολαύσει ο καθένας χωρίς να την πληρώσει ακριβά. Αφού το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να δείχνουμε π.χ. σαν να φοράμε ένα ακριβό ρούχο και όχι η φίνα αίσθηση του ακριβού ρούχου επάνω μας, αυτόματα η έννοια του πολύτιμου και του ευτελούς ανακατεύονται και εξομοιώνονται. Έτσι, από τα φωτάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου μέχρι τα επώνυμα ρούχα και από τα παιδικά παιχνίδια μέχρι τις συσκευές υψηλής τεχνολογίας, όλα μοιάζουν πια να εκπέμπουν «κινεζίλα». Που σημαίνει: Κακά υλικά, επικίνδυνες χημικές ουσίες και ηλεκτρικά κυκλώματα που αν εκείνη τη μέρα αυτός ο άγνωστος Τσανγκ που τα συναρμολογούσε περνούσε υπαρξιακή κρίση και είχε βαρεθεί τη ζωή του, κανείς δεν σου εγγυάται ότι δεν θα εκραγούν από στιγμή σε στιγμή. Μόνο που από ότι φαίνεται είναι πια αργά να απεξαρτηθούμε από τον τοξικό παράδεισο της κινέζικης αφθονίας. Και το χειρότερο δεν είναι ότι το ξέρουμε. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι κατά βάθος δεν θα θέλαμε να το ξέρουμε.

Κατά βάθος είναι ίδιοι!

Κατά βάθος είναι ίδιοι!

Η εικόνα του πρωθυπουργού, σήμερα το πρωί, δεν είχε τίποτα από την αξιοπρέπεια που συνήθως χαρακτηρίζει τους ανθρώπους που παραδέχονται τα λάθη τους. Θύμιζε περισσότερο εκείνον τον φουκαρά προπονητή της ερασιτεχνικής κατηγορίας στη διαφήμιση,  που αφού πουλάει τσαμπουκά στον διαιτητή, μόλις τον αποβάλλει, κάθεται μαζεμένος στη θέση του και αρχίζει το ψηστήρι με τον αστυνομικό: «Να, εδώ θα κάτσω, ήσυχος, έλα τώρα, σε παρακαλώ, πάμε… πάμε…». Ακόμα και το στραβό ματάκι με το οποίο κοιτάζει όλο αγωνία τον αστυνομικό για να δει αν τελικά τη γλίτωσε, ήταν ίδιο. Μόνο που του πρωθυπουργού της χώρας, κοιτούσε προς τον δικό του, το προσωπικό του όργανο της τάξης: Τις δημοσκοπήσεις. Κανένα επιχείρημα, καμμία πραγματικότητα και τίποτα από όσα αποκαλύπτονταν τους τελευταίους μήνες, δεν στάθηκε ικανό να του κινήσει την περιέργεια, όσο αυτές οι 6 μονάδες στις δημοσκοπήσεις. Αν δεν υπήρχαν αυτές, δεν θα υπήρχε σκάνδαλο. Πρόκειται δηλαδή για το αρχέτυπο του καχύποτου επαρχιώτη, που δεν εμπιστεύεται κανέναν και πιστεύει ότι όλοι όσοι του επιτίθενται, το κάνουν γιατί τον ζηλεύουν και θέλουν να του κλέψουν το πολιτικό του κομπόδεμα. Και εγκαταλείπει την πεισματάρικη στάση του, μόνο όταν αρχίσει να ανησυχεί για το «τι θα πει ο κόσμος» και φοβάται ότι θα γίνει ρεζίλι. Περιμένει δηλαδή να καθορίσουν οι άλλοι ποιός είναι, γιατί ο ίδιος δεν έχει την παραμικρή ιδέα. Και αυτό, αποτελεί τον πιο ακριβή ορισμό της κακομοιριάς.

Ύφος λιμοκοντόρου

Ύφος λιμοκοντόρου

Μια πολιτική σταχτοπούτα, που για πρώτη φορά στη ζωή της βλέπει να τον αντιμετωπίζουν με σεβασμό λόγω του χαρτοφυλακίου του, είναι αδύνατον να μην πέσει με τα μούτρα στην απόλαυση αυτή. Κυρίως γιατί δεν ξέρει πόσο θα κρατήσει. Ανά πάσα στιγμή, μπορεί να χάσει τη θέση του Υπουργού. Και τότε θα ξαναγίνει ένας κοινός άνθρωπος που κανένας μετρ δεν υποκλίνεται μπροστά του, κανένα πρώτο τραπέζι δεν θα τον περιμένει στα μπουζούκια και κανείς δεν θα του δίνει σημασία όταν πηγαίνει στο γήπεδο. Ο Ευρυπίδης Στυλιανίδης λοιπόν, ενσαρκώνει το αρχέτυπο του νεόπλουτου στην πολιτική. Πρόκειται δηλαδή για μια τυπική περίπτωση ετερόφωτου που τον «φοράει» ο θώκος του, αντί να τον φοράει εκείνος τον θώκο του. Και όταν είσαι «λιγος» για τη θέση σου, το κακό δεν είναι ότι φαίνεται στους άλλους. Το χειρότερο είναι ότι το διαισθάνεσαι πρώτος εσύ. Με αποτέλεσμα να ζεις μόνιμα σε ένα καθεστώς κρυφού πανικού, ότι θα σε καταλάβουν. Και ο πανικός ως γνωστόν, γεννά την ώρα που πρέπει να σταθείς στο ύψος των περιστάσεων, τις πιο κακομοίρικες δικαιολογίες.

101208politesastinomia2Ο όρος «νοικοκυραίοι», από μόνος του, έχει κάτι τόσο δομικά μικροαστικό, που δεν χρειάζεται επιπλέον επεξηγήσεις: Βαράει κατευθείαν στο παρασυμπαθητικό νευρικό σύστημα, εκεί που οι αντιδράσεις είναι αντανακλαστικές και δεν περνάνε από καμμία επεξεργασία. Όποιος λοιπόν αισθάνεται ότι τον προσδιορίζει η συγκεκριμένη λέξη, αυτόματα συγκαταλέγει τον εαυτό του σε μια ομάδα ανθρώπων με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά: Είναι εκείνοι που «κοιτάνε τη δουλίτσα τους και δεν θέλουν μπλεξίματα». Που προσπαθούν με κάθε τρόπο να διατηρήσουν την παγιωμένη ρουτίνα τους, τουλάχιστον μέσα στο διαμέρισμά τους, που αποτελεί το αδιαμφισβήτητο μικρό τους «βασίλειο». Όμως το κύριο χαρακτηριστικό των νοικοκυραίων, είναι ο φόβος. Τρέμουν τις αλλαγές και κλειδώνουν την πόρτα τρομαγμένοι μπροστά στο άγνωστο, όντες φανατικοί οπαδοί του δόγματος «καλά είμαστε κι έτσι». Γι’ αυτό και όταν μια κυβέρνηση αναγκάζεται να απευθυνθεί σε αυτούς, το κάνει μέσα στην απελπισία της, γιατί δεν της έχει μείνει κανένας άλλος. Σημαίνει δηλαδή ότι έχει εγκαταλείψει κάθε ελπίδα να συνεννοηθεί με τα «ζωντανά» στοιχεία του πληθυσμού και οχυρώνεται πίσω από την έσχατη γραμμή απελπισίας: Την ιδεολογία του φόβου. Μόνο που όταν κάποιος εγκαταλείπει την επιχειρηματολογία και προσπαθεί να ενεργοποιήσει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε αυτούς που φοβούνται ακόμα τον «μπαμπούλα», τότε είναι χαμένη από χέρι και απλώς δεν αποφασίζει να βγάλει την πρίζα από το μηχάνημα αναπνοής, ελπίζοντας σε κάποιο θαύμα. Μόνο που το πιθανότερο είναι ότι το θαύμα δεν θα έρθει. Και τότε η μόνη διέξοδος είναι η ταπείνωση. Γιατί οι «νοικοκυραίοι» σαν φοβισμένοι δεν είναι ποτέ πιστοί. Και μόλις δουν ότι δεν είσαι πλέον κυβέρνηση που εγγυάται την ησυχία, την τάξη και την ασφάλεια που ονειρεύονται, εγκαταλείπουν τρέχοντας το στρατόπεδο. Και τότε μένεις οριστικά μόνος και περιφνονημένος, γιατί κανείς δεν θέλει να συδιαλαγεί με κάποιον τόσο ξεπεσμένο, ώστε να οχυρωθεί πίσω από την «νοικοκυραίικη» ακινησία για να σώσει το τομάρι του. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η τελευταία κυβέρνηση που χρησιμοποίησε τον όρο «νοικοκυραίοι», ήταν η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Που όλοι θυμούνται πως κατέληξε.