Αρχείο

Υστερίες

prokirixiΤο να μελετάς και να αναλύεις μια προκήρυξη «τρομοκρατικής οργάνωσης», είναι το πιο βαρετό πράγμα. Γιατί όχι μόνο δεν λένε κάτι καινούριο, δηλαδή κάτι που να μην έχει ήδη γραφτεί στον τύπο και στα blogs, αλλά επιπλέον το λένε με τον πιο δυσκοίλιο τρόπο. Σα να πρόκειται για μια extra bonus κίνηση εχθρότητας, πέρα από την ίδια την επίθεση. Σα να σου λένε, «εντάξει, εκδικηθήκαμε την αστυνομία, τώρα πάρτε κι εσείς μια μικρή τιμωρία για να μάθετε την επόμενη φορά να μη μας λέτε τρομοκράτες αλλά «μαχητές πόλης με άποψη». Αφού η λέξη κλειδί, που διαχωρίζει την απλή ζοχάδα από την επανάσταση είναι η «άποψη», πρέπει με τον στανιό να πούν κάτι που να θυμίζει άποψη, έστω κι αν είναι προφανές ότι τους βγαίνει δύσκολα. Γι’ αυτό άλλωστε, κλωσσούσαν την περίφημη προκήρυξή τους τόσες μέρες. Και εδώ που τα λέμε, πως να μην τους βγαίνει δύσκολα, όταν αυτά που πραγματικά θέλουν να πουν («τσατιστίκαμε με την δολοφονία του Αλέξανδρου και αρχίσαμε να βαράμε»), το λέει οποιοσδήποτε δολοφόνος του κοινού ποινικού δικαίου όταν τσατίζεται και σκοτώνει τον γείτονά του, την γκόμενά του ή τον κυνηγό που μπήκε στο βοσκοτόπι του. Όταν δηλαδή μια τέτοια πράξη προσπαθείς να την «ντύσεις» με ιδεολογία, αναπόφευκτα καταλήγεις να αναμασάς πράγματα που ήδη έχουν ειπωθεί και διαβαστεί, εκατοντάδες φορές, από ανθρώπους που για να τα πουν δεν χρειάστηκε να πάρουν Καλάσνικοφ και να πυροβολούν. Οπότε όταν εσύ για να πεις τα ίδια κάνεις πρώτα μια τρομοκρατική ενέργεια, σημαίνει ότι πας να τους μετατρέψεις εν αγνοία τους σε ιδεολογικούς σου συνεργάτες και άλλοθι. Και επιπλέον δείχνεις ότι στην πραγματικότητα σκοπός σου δεν είναι η κοινοποίηση των απόψεών σου που θέλεις πάσει θυσία να ακουστούν (αφού αυτές ήδη έχουν ακουστεί από άλλους) αλλά η ανάγκη να κάνεις τον «αντάρτη πόλεων» επειδή απλώς αισθάνεσαι ότι χρειάζεσαι κι εσύ ένα ρόλο, γιατί δεν αντέχεις άλλο να μην δίνουν σημασία στις κοινοτοπίες που λες.

storesΤελικά ήταν ζήτημα χρόνου, η κατ’ εξοχήν ηλίθια λογική των «κακών καουμπόιδων» και των άκακων και αθώων «ινδιάνων» να περάσει και στο σύμπαν του εμπορίου. Έτσι, από εδώ και στο εξής, δεν έχουμε απλώς εμπόρους που προσπαθούν με ελεύθερο ανταγωνισμό, να προσελκύσουν όσους περισσότερους αγοραστές μπορούν, να πουλήσουν τα προϊόντα τους και να βγάλουν κέρδος. Έχουμε μια μάχη ανάμεσα στο «Καλό» και στο «Κακό»: Ανάμεσα δηλαδή σε «αθώους και αδικημένους εμπόρους με ένα μαγαζί» και «κακούς πολυεθνικούς κολοσσούς» που έρχονται να τους πάρουν τους πελάτες. Επιβεβαιώνοντας ότι είναι αδύνατο να λειτουργήσει κάτι σε αυτή τη χώρα, χωρίς να μετατραπεί σε μελό σαπουνόπερα. Έτσι, το κοινό, μακριά από οποιαδήποτε ανάμιξη της λογικής (που προϋποθέτει καθαρή σκέψη) θα ακολουθήσει αυθόρμητα (και με ευκολία) το «φωσκολικό του ένστικτο» και θα ταχθεί με τους αδικημένους και καταφονεμένους. Αλλίμονο σε όποιον τολμήσει να επισημάνει ότι όταν κάποιος θέλει να μην τον καταπιεί ο ανταγωνισμός από τα mall, πρέπει να φροντίσει να ενισχύσει τα πλεονεκτήματά του απέναντί τους. Να δώσει ένα λόγο στον πελάτη να συνεχίσει να ταλαιπωρείται πηγαίνοντας σε αυτόν και όχι στον «πολυεθνικό κολοσσό» στον οποίο βρίσκει και τα ίδια πράγματα και επιπλέον έχει και κάπου να παρκάρει. Αντί για αυτό όμως, ο απειλούμενος από τον ανταγωνισμό έμπορος, ακολουθεί την εύκολη και ασφαλή λύση. Κάνει τον κακομοίρη. Λες και δεν έχει ευθύνες που παρέμεινε ίδιος όταν έβλεπε τα πάντα γύρω του να αλλάζουν. Με μια ύπουλη ξανθοπουλική κλαψούρα, τα mall δαιμονοποιούνται ηθικά. Με άλλα λόγια, εκεί που κανονικά υπάρχει απλώς ανταγωνισμός και παροχή υπηρεσιών, προσπαθούν να ανακατέψουν την ηθική, ώστε η κόντρα να περάσει σε επίπεδο συναισθήματος. Σε λίγο ίσως ζητήσουν και κρατική ενίσχυση, Ή ακόμα χειρότερα, ένα νομοθετικό διάταγμα που θα απαγορεύει την λειτουργία ανταγωνιστικών mall στην ελληνική επικράτεια. Ίσως μάλιστα να κάνει υποχρεωτική και τη χρήση των γκαζοζέν του μεσοπολέμου, ώστε να πριτσινωθούμε για πάντα στην ασφάλεια αυτού που ξέρουμε. Μόνο που όταν οι μικροεπιχειρήσεις αρχίζουν να αντιμετωπίζονται με νοσταλγία σαν μουσειακό είδος, σημαίνει ότι έχουν γίνει κάτι σαν τα θερινά σινεμά που πρέπει να παραμείνουν με τη βία ζωντανά εν ονόματι του γιασεμιού. Δηλαδή η ελεύθερη οικονομία και ο ανταγωνισμός, είναι μια χαρά όταν λειτουργεί υπέρ μας, αλλά όταν απαιτεί από εμάς να αλλάξουμε και να βελτωθούμε, τότε είναι μια «λαίλαπα όπου λειτουργεί με ανήθικο το δίκαιο του ισχυρού». Μόνο που η κακομοιριά, είναι στο βάθος, ακόμα πιο ανήθικη. Γιατί δείχνει ένα κόσμο που είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα, αρκεί να μην μπει στον κόπο να προχωρήσει και να αντιμετωπίσει στα ίσια την πρόκληση.

Punto στο χαντακι. Χωρίς αλυσίδες γιατί κατά βάθος είναι τζιπ

Punto στο χαντακι. Χωρίς αλυσίδες γιατί κατά βάθος είναι τζιπ

Οι εξοργισμένοι οδηγοί στην τηλεόραση, που διαμαρτύρονται αγανακτισμένοι με φόντο τον χιονισμένο δρόμο, αποτελούν την πιο αιώνια αντιπροσωπευτική εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας. Άνθρωποι που δεν έχουν μπει στον κόπο καν να βάλουν αλυσίδες στο αυτοκίνητό τους, καταγγέλουν έξαλλοι την «ολιγωρία του κράτους που δεν έχει αφιερώσει ένα εκχιονιστικό αποκλειστικά σε αυτούς. Δεν είναι τόσο τα νεύρα και το ύφος «η αγανάκτηση ξεχειλίζει» που μαϊμουδίζουν από ό,τι βλέπουν στην τηλεόραση. Κυρίως είναι η ενστικτώδης αποχή τους από οποιαδήποτε έννοια προσωπικής ευθύνης. Το σύνδρομο «πού είναι το εκχιονιστικό να με σώσει» στην πραγματικότητα δείχνει ανθρώπους που προτιμούν να το παίζουν θύματα παρά να μπουν στον κόπο να πάρουν την παραμικρή πρωτοβουλία. Είναι ακριβώς ο ίδιος μηχανισμός που δημιουργεί τους αγανακτισμένους «τι θα πως στα παιδιά μου» γονείς και τους «μας εξαπάτησαν στο χρηματιστήριο» μικροεπενδυτές. Δηλαδή ανθρώπους που προτιμούν να το παίζουν θύματα και να εκχωρούν την ευθύνη για την προστασία τους σε άλλους (γκρινιάζοντας μάλιστα που δεν τους προστατεύουν σωστά) παρά να μπουν στον κόπο να την αναλάβουν οι ίδιοι. Γιατί τις περισσότερες φορές, πίσω από τον καθένα που κλαψομουνιάζει για το κράτος που δεν τον φροντίζει, κρύβεται στην πραγματικότητα απλώς ένας τεμπελχανάς που βαριέται να φροτίσει μόνος του τον εαυτό του. Και που θέλει να αισθάνεται ότι το Punto του, στην πραγματικότητα είναι ένα 4Χ4. Όμως, όπως πάντα σε αυτή τη ζωή, δικαιούσαι να καταγγέλεις τον άλλο που σε αφήνει εγκλωβισμένο στο χιόνι, μόνο όταν έχεις φροντίσει πρώτα εσύ να βάλεις αλυσίδες.

Ούτε για να σου πάρουν τσιγάρα από το περίπτερο δεν τους εμπιστεύεσαι

Ούτε για τσιγάρα από το περίπτερο

Πρόκειται για μια από τις βασικές αρχές της έννοιας «διοίκηση». Πρέπει να είσαι αξιοσημείωτα ηλίθιος για να καταφέρεις να δημιουργήσεις μπαχαλο από μια απλή εμπορική Κυριακή. Γιατί όλο αυτό είχε να κάνει με μια απλή απόφαση. Ένα γαμημένο «ναι» ή ένα γαμημένο «όχι». Δεν επρόκειτο για κανένα ζήτημα που θα καθόριζε την πορεία της χώρας για τα επόμενα 20 χρόνια. Όμως όταν έχεις μάθει να διαχειρίζεσαι την εξουσία με γνώμονα μη σου την πει κανένας και όχι να παίρνεις την ευθύνη μιας επιλογής, καταλήγεις να σε θεωρούν όλοι ένα απλό διακοσμητικό νούμερο που δεν αξίζει να του δίνεις σημασία. Και ώς φυσική εξέλιξη, έρχεται το μπάχαλο. Γι’ αυτό και το γελοίο ερώτημα αν θα ανοίξουν τα μαγαζιά την τελευταία Κυριακή, κατάφερε να γίνει μείζον ζήτημα και να αντιμετωπιστεί με την προσφιλή μέθοδο της «Κολοκυθιάς». Θορυβγενείς εκπρόσωποι συνδικαλιστικών οργανώσεων, πρόεδροι, υφυπουργοί και αντινομάρχες (όλοι με το ίδιο βλακώδες βλέμμα του μογγόλου), έδωσαν για άλλη μια φορά την εικόνα ενός περιφερόμενου μπουλουκιού, που παίζει το κλασικό έργο «δεν φταίω εγώ». Όμως όταν είσαι Υφυπουργός και η αγωνία σου είναι να μη φταίς και όχι να βρεις λύση έστω και με το να φταίξεις, τότε είσαι μη αντιστρέψιμα τελειωμένος. Μόνο που κανένας από το ακροατήριό τους, δεν ενδιαφέρεται για το ποιός φταίει. Κανείς δεν είχε διάθεση να αποδώσει ευθύνες χριστουγεννιάτικα. Μια απλή πληροφορία ζητούσαμε αλλά οι μαμουθένια ανίκανοι που γκάριζαν και αλληλοδιακόπτονταν επι τρείς μέρες στην τηλεόραση, δεν κατάφεραν να την δώσουν. Και αυτό είναι το μόνο σοβαρό συμπέρασμα που προκύπτει από αυτή τη γελοία ιστορία: Ότι όσο πιο ασήμαντο είναι ένα θέμα, τόσο πιο σημαντικό είναι όταν τα σκατώνεις.

loudovikΟι φωτογραφίες των πλούσιων κυριών με τις βραδινές τουαλέτες και φόντο χριστουγεννιάτικα σαλόνια «λουδοβίκειου» τύπου που ποζάρουν μαζί με τα αμήχανα παιδιά τους (ντυμένα τόσο εξωπραγματικά ακριβά που μοιάζουν σχεδόν αποκριάτικα), γέμισαν όπως κάθε χρόνο τα περιοδικά. Μόνο που φέτος η επίδειξη αυτή έχει γίνει παλαιομοδίτικη, όπως θα έλεγαν και οι ίδιες στη γλώσσα τους. Έτσι κι αλλιώς, μια πλούσια σύζυγος που φοράει τα καλά της και στήνεται σαν σταρ, επιδεικνύοντας την «επιτυχία» της στις αναγνώστριες ενός περιοδικού, αποκάλυπτε ένα τεράστιο υπαρξιακό κενό. Μια τέτοια κίνηση, περιέχει τεράστιες δόσεις «κοιτάξτε με» σε συνδιασμό με άφθονες ποσότητες σουσουδισμού. Όμως πλέον δείχνει καθαρή αναισθησία. Γιατί αυτή τη στιγμή, εκείνο που κραυγάζουν αυτού του είδους οι φωτογραφίες, είναι η ωμή απάθεια. Σε ένα περιβάλλον κρίσης, με οικονομίες να καταρρέουν, με τον κοινωνικό ατμό να έχει φτάσει σε όρια έκρηξης, εκείνες συνεχίζουν να κρατούν με νύχια και με δόντια, τον κιτς κόσμο τους απαραβίαστο από την πραγματικότητα. Προσπαθώντας με πρωτοφανή αγωνία να κάνουν σα να είναι όλα βελούδινα και τριανταφυλλένια. Μήπως πείσουν και τον ίδιο τους τον εαυτό, ότι το να τρίβεις στα μούτρα των άλλων, πόσο δήθεν χλιδάτα και ονειρεμένα περνάς, ενώ έξω κάνει για όλους φτώχεια δεν έχει τίποτα το μεμπτό. Μόνο που καθώς υψώνουν τα κρυστάλλινα ποτήρια με σαμπάνια, με δυσκολία κρύβεται η γυαλάδα ενός junkie από το βλέμμα τους. Ενός junkie που χρειάζεται τη φιγούρα και την προβολή, γιατί αλλιώς δεν έχει τίποτα. Που δεν μπορεί δηλαδή να ευχαριστηθεί καν τον πλούτο του με την κομψή διακριτικότητα ενός χορτάτου ανθρώπου. Αλλά που διακατέχεται από την τεράστια αγωνία να το φωνάξει και να το δείξει. Και αυτό είναι κακόγουστο και χυδαίο. Γι’ αυτό και φέτος, οι «Αντουανέτες» με τα βραδυνά φορέματα μπορστά στα Χριστουγεννιάτικα δέντρα, δεν ήταν προκλητικές. Έδειχναν κυρίως ψυχοπαθείς. Και αυτό τις έκανε πιο κακομοίρες από ποτέ.

roulagreekcelebs19yyns9Αρκούσε μια σεζόν και κάποια προβλήματα υγείας για να συμβεί η πλήρης μεταμόρφωση της Ρούλας Κορομηλά. Ξαφνικά, από «μια αγγελοκρουσμένη που μιλάει στον αέρα με κούκλες και ρίχνει την ευθύνη της αποτυχίας της στα μάγια που της κάνουν» μετατράπηκε σε «μεγάλο κεφάλαιο της ελληνικής τηλεόρασης» και απέκτησε τίτλο συμβούλου για τους νεώτερους συναδέλφους της. Βέβαια, δεν θα είχε σημασία όλο αυτό, όπως δεν έχει σημασία κανένα μελό λαϊκής κατανάλωσης από αυτά με τα οποία μας «πιτσιλάει» καθημερινά η τηλεόραση, αν δεν φανέρωνε ανάγλυφα δύο από τις μεγαλύτερες αιτίες της εθνικής μας ασυνεννοησίας: Την επιλεκτική μνήμη και τη μεγαλοστομία. Πρόκειται για δύο ζωτικά χαρακτηριστικά, που αναπτύχθηκαν προκειμένου να στηρίξουν την αμετάκλητη απόφασή μας να ερμηνεύουμε τον κόσμο, τους γύρω μας και την Ιστορία, με τη βολική ματιά του Νίκου Φώσκολου. Πράγμα πολύ βολικό, γιατί αν δεν υιοθετήσεις μια τέτοια ερμηνεία, καταλήγεις εκτεθειμένος σε επώδυνες δόσεις πραγματικότητας. Δηλαδή κινδυνεύεις να χάσεις το πολύτιμο αυτοπαραμύθιασμά σου. Διότι ώς γνωστόν, η πραγματικότητα έχει ένα ελάτωμα: Δεν είναι ποτέ ακριβώς όπως την έχεις πλάσει με τη φαντασία σου. Ακαριαία μετακίνηση της Ρούλας Κορομηλά από την πλήρη απαξία στην υπεραξία, δεν συμβαίνει για πρώτη φορά. Την ίδια ταχύτατη διαδρομή ακολούθησε πριν από μερικούς μήνες ο Οτο Ρεχάγκελ. Η Ορθοδοξία. Η δημοτικότητα της κυβέρνησης. Το Μακεδονικό. Ακόμα και ο Μπάρακ Ομπάμα. Δεν έχει σημασία αν η κατεύθυνση είναι άλλες φορές προς τα επάνω και άλλες προς τα κάτω. Εκείνο που μετράει είναι η ταχύτητα της διαδρομής από το ένα άκρο στο άλλο. Δηλαδή, η ευκολία της μεταστροφής. Σαν πιτσιρικάδες που παίζουν ποδόσφαιρο, τρέχοντας όλοι μαζί πάνω στη μπάλα, γιατί η αντίληψή τους για το παιχνίδι, δεν έχει προχωρήσει πέρα από την πρωτογενή σκέψη «κλωτσήσω μπάλα – βάλω γκολ». Ούτε βαθύτερη στρατηγική, ούτε συναίσθηση του συνολικού παιχνιδιού. Το μόνο πρόβλημα ότι όταν είσαι πιτσιρικάς, έχεις κάθε δικαιολογία να το κάνεις. Οταν όμως είσαι μια χώρα ενηλίκων και συνεχίζεις να ανεβοκατεβάζεις «μύθους» με τέτοια ευκολία, τότε είσαι καταδικασμένος να παίζεις για μια ζωή στην Ερασιτεχνική κατηγορία. Με άλλα λόγια είσαι καταδικασμένος να μένεις για πάντα εγκλωβισμένος στο σύστημα «μπουλούκι». Μόνο που το σύστημα μπουλούκι, λέγεται και νεύρωση. Πράγμα που εξηγεί απολύτως γιατί η κάθε νευρωτική Ρούλα μπορεί να γίνει «μεγάλο κεφάλαιο». Γιατί ο καθένας, φτιάχνει τα «Εθνικά Κεφάλαια» που του αξίζουν.

gallianoΑπό τότε που η φράση «έχω μεγάλο πάθος με τα παπούτσια», διαχύθηκε σε όλες τις κατηγορίες του γυναικείου πληθυσμού, από τις συζύγους επιχειρηματιών μέχρι τις τραγουδίστριες της Εθνικής Οδού, έγινε κάτι σαν λαϊκό σουξέ. Με συνέπεια, σταδιακά, να χάσει το νόημά της όπως συμβαίνει πάντα με τις φράσεις που κάποτε ειπώθηκαν από μια ελίτ και στη συνέχεια τις υιοθέτησαν όλες όσες ήθελαν να είναι αυτή η ελίτ. Κοινώς: Από τη στιγμή που μέχρι και η Βέρα Λάμπρου φτάνει στο σημείο να λέει μια φράση επειδή την κάνει να νιώθει trendy, αυτομάτως η φράση αυτή σταματάει να είναι trendy. Πρόκειται για απλό νόμο της αγοράς. Όμως η ζημιά που έκανε αυτό το κλισέ στα παπούτσια, είναι μεγαλύτερο. Γιατί όπως τα περισσότερα κλισέ, χτύπησε μια χορδή αλήθειας. Απενοχοποίησε τα συντριβάνια κοκεταρίας που κρύβονται μέσα σε κάθε γυναίκα και τα μετέτρεψε σε δημόσια ανάγκη. Το αποτέλεσμα; Εκατοντάδες ευτραφείς κακομοίρες να περπατάνε με το χαρακτηριστικό βάδισμα του ξυλοπόδαρου, καθώς έχουν στριμώξει τα πόδια τους, μέσα σε υπερ-μοδάτα παπούτσια με λεπτές φόρμες, μόνο και μόνο επειδή «αααχ, δεν μπορούσαν να μην τα αγοράσουν γιατί μωρέ έχουν πάθος με τα παπούτσιαααα». Χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι καθώς βασανίζονται να περπατήσουν, εκπέμπουν κακομοιριά από χιλιόμετρα. Όχι μόνο γιατί η απελπισία τους να δείχνουν μοδάτες υπερκαλύπτει τα παπούτσια. Ούτε γιατί πίσω από τους μορφασμούς πόνου, κρύβεται η πιο καθαρή και ανόθευτη εκδοχή της υστερίας (που επίσης υπερκαλύπτει κάθε άλλο χαρακτηριστικό). Αλλά κυρίως γιατί αυτά τα μοδάτα παπούτσια, αντί να πατάνε ένα κόκκινο χαλί παγκόσμιου βεληνεκούς, πατάνε καλώδια και λασπωμένα προαύλια λαϊκών τηλεοπτικών στούντιο. Σαν μια Ferarri που οδηγείται στα στενά του Μπουρναζίου. Το μόνο που δείχνουν, είναι την αγωνία αυτής που τα φοράει να κάνει φιγούρα και να δείξει μοντέρνα σε ανυπεράσπιστες νοικοκυρές. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη κακομοιριά από όλες. Γιατί δείχνει ότι για να γίνεις Carrie Bradshaw, πρέπει πρώτα να σκοτώσεις την «Σούλα» της γειτονιάς που έχεις μέσα σου.