Archive

Tag Archives: Εξεταστική

revolutionary_organization_17_november«Αφού δεν τιμωρείται ο Ρουσσόπουλος, γιατί να τιμωρηθώ εγώ;», σκέφτεται ο μπάτσος. Και πυροβολεί, κάνοντας και αυτός ό,τι γουστάρει, όπως όλοι, χωρίς να φοβάται τις συνέπειες. Γιατί, όπως αποδεικνύεται, αυτό ήταν που συγκρατούσε όλα αυτά τα γελοία ανθρωπάκια: Ο φόβος. Ή τουλάχιστον τους έκανε να κρατάνε τα προσχήματα. Ο φόβος τους βοηθούσε να βάζουν ένα εσωτερικό φρένο. Να μην αποθρασύνονται τόσο πολύ. Γιατί βαθιά μέσα τους, ήξεραν πως αν το παρακάνουν, μπορεί ξαφνικά, να τους κληρώσει κάποιος Κουφοντίνας με ένα 45άρι και να τους κάνει κόσκινο. Διότι και μόνο το γεγονός ότι προσβάλουν τη νοημοσύνη μας, περνώντας μας για μαλάκες, είναι αρκετό για να επισύρει δημόσια εκτέλεση. Τώρα όμως, που δεν φοβούνται την 17 Νοέμβρη, έχουν γίνει τελείως ανεξέλεγκτοι. Στην πραγματικότητα, όταν η εξεταστική επιτροπή για το Βατοπέδιο, ολοκληρώνεται με τόσο εξώφθαλμη ξεπέτα, το μήνυμα που στέλνει σε όλους μας είναι σαφές: «Κάνουμε ό,τι γουστάρουμε και να πάτε να γαμηθείτε». Δηλαδή επειδή εκείνοι είναι νοητικά, κατώτερες μορφές ζωής, θεωρούν ότι είμαστε και όλοι οι υπόλοιποι. Εντάξει λοιπόν! Οταν όμως κάποιος παίζει με  τον νόμο της ζούγκλας και του «έτσι γουστάρω», χωρίς να τηρεί ούτε τους στοιχειώδεις κανόνες, πρέπει να περιμένει να τον αντιμετωπίσουν με τι ίδιο νόμισμα. Δηλαδή την αυτοδικία. Ο,τι ακριβώς κάνουν οι φίλαθλοι όταν βλέπουν τον διαιτητή να τους κοροϊδεύει: Τα σπάνε. Αυτή είναι η μόνη διέξοδος όταν καταλαβαίνεις πως δεν σε προστεύει πια κανένας νόμος. Χρειάζεσαι κάποιον οπλισμένο, να εφαρμόσει την ετυμηγορία που έβγαλε το λαϊκό δικαστήριο της κοινής λογικής. Διότι, sorry, αλλά η κοινή λογική, έχει κι αυτή δικαίωμα στην αυτοάμυνα.

rousopoulosΠρόκειται για τη βασική αρχή της συνομωτικότητας. Μπορεί οι υπόλοιποι να αρχίσουν να καρφώνουν ο ένας τον άλλον, αλλά ο αρχηγός οφείλει να συνεχίσει να αρνείται τα πάντα μέχρι το τέλος. Χρησιμοποιώντας το σθένος που τον έκανε αρχηγό εξαρχής. Παρά τις αποδείξεις ενατίον του, εκείνος πρέπει να συνεχίσει να προκαλεί την κοινή λογική, γιατί δεν έχει τίποτα να χάσει. Στο τέλος οι αποδείξεις θα ξεχαστούν. Η επίμονή στην αθωότητά του πάλι, έχει γραφτεί ανεξίτηλα στα πρακτικά και στο συλλογικό υποσυνείδητο. Όμως η άρνηση πρέπει να είναι απόλυτη. Όχι ενδιάμεσα «σούξου-μούξου». Όχι «παραπλανήθηκα» και «είμαι “λίγο” ένοχος». Θέλει αποφασιστηκότητα και θράσος. Με τον Γιωτόπουλο πέτυχε και τώρα εμφανίζεται αραιά και πού, σαν παράγοντας της δημόσιας ζωής. Και μάλλον αυτή τη στρατηγική υιοθετεί και ο Ρουσόπουλος. Όπου στην περίπτωσή τουη έννοια της επιτυχίας μεταφράζεται στο να διατηρήσει όσο πιο ψηλά γίνεται το ποσοστό των ανθρώπων που κρίνουν τα πράγματα με όρους «Μάρθας Βούρτση», δηλαδή με το συναίσθημα. Εντάξει, δεν πρόκειται για τους εξυπνότερους, αλλά προφανώς στην πολιτική, οι ψήφοι δεν διακρίνονται σε «έξυπνους» και «ηλίθιους». Μάλλον λοιπόν, αυτούς τους αισθηματίες που δεν είναι ικανοί να χρησιμοποιήσουν την κοινή λογική, εννοούσε ο κ Ρουσόπουλος, όταν, βγαίνοντας από την εξεταστική δήλωνε πως «η σκευωρία εναντίον του κατέρρευσε και όλοι οι ελεύθεροι πολίτες το έχουν καταλάβει». Με άλλα λόγια, ό ίδιος εννοεί ως ελεύθερους πολίτες, μόλις το 20% των ελλήνων, που δεν τον θεωρεί (ακόμα), εγκέφαλο του σκανδάλου. Με την παράλογη στα όρια του σουρρεαλισμού, άρνησή του όμως, σταματάει την περεταίρω συρρίκνωση αυτού του ποσοστού. Και όταν ένα ποσοστό σταματήσει να συρρικνώνεται, η μόνη πιθανή του πορεία, είναι προς τα επάνω. Δηλαδή, όλο και κάποιος θα τον λυπηθεί που τώρα είναι ένα «ανθρώπινο ράκος». Μετά από λίγο όλο και κάποιος θα αρχίσει να αμφιβάλλει και να αναρωτιέται «ρε λες να…; (Είπαμε, οι αποδείξεις ξεχνιούνται). Και τέλος όλο και κάποιος θρησκόληπτος θα δει στο πρόσωπό του έναν μάρτυρα της Ορθοδοξίας που όντως πήγαινε στη μονή (δύο μέρες μετά την ετυμηγορία υπερ της Μονής) για προσκύνημα. Και που όντως συνατούσε τον Εφραίμ για να παραλάβει προσκλήσεις εκδηλώσεων (επειδή οι Μοναχοί δεν χρησιμοποιούν ούτε τηλέφωνο, ούτε courrier αλλά παραδίδουν πάντοτε τις προσκλήσεις αυτοπροσώπως). Σε λίγο όλα αυτά θα φαίνονται πιο πιθανά. Και τότε θα δικαιωθεί αυτός που έχει πει ότι κανένας πόλεμος δεν τελειώνει πραγματικά, αν ο νικημένος δεν παραδεχθεί ότι νικήθηκε.